Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Ρετρό Χριστούγεννα ή Μια Κοινή Ανάμνηση...




Η Αθήνα θα γίνει ρετρό, όπως στη φωτογραφία.

Θα είναι μια μέρα γιορτών, μετά τα Χριστούγεννα, αλλά πριν την Πρωτοχρονιά. Ξέρεις, σε αυτό το γλυκό ενδιάμεσο. 

Εγώ θα φορέσω το μαύρο παλτό μου και το γκρενά καπέλο μου, θα πάρω την ομπρέλα  μου γιατί ίσως βρέξει και θα βγω στους δρόμους. Θα περπατήσω όλη την Βασιλίσσης Σοφίας μέχρι το Σύνταγμα. Μετά θα κατευθυνθώ προς την Ακρόπολη και τη Διονυσίου Αεροπαγίτου. Θα σουρουπώνει αλλά θα έχει λίγο φως ακόμα. Σε μια γωνιά που μόνο εγώ έχω στο μυαλό μου, θα σταματήσω. Θα κοιτάξω λίγο τα φώτα που σιγά σιγά θα ανάβουν, θα αφουγκραστώ τη σιωπή. Πιο μετά θα γυρίσω το κεφάλι μου. 

Θα είσαι εσύ.
Δεν θα ξαφνιαστώ που θα σε δω. Ούτε θα σε ρωτήσω πώς μπόρεσες να ταξιδέψεις στο χωροχρόνο, ούτε πώς βρέθηκες εδώ.  
Θα σε κοιτάξω σαν να ήσουν ο πιο πιθανός άνθρωπος που θα μπορούσα να δω σε αυτό το μέρος τη δεδομένη στιγμή. Θα χαμογελάσω. Δεν ήσουν ο πιο πιθανός, αλλά σίγουρα ο πιο επιθυμητός.

Σου πάει η πόλη σου, θα μου πεις. 
Θα  χαμογελάσω πάλι. 
Τι θα μου δείξεις. Τι θέλεις από αυτήν να μοιραστείς μαζί μου;
Θα σου πω, θέλω να μοιραστώ λίγο χρόνο. Λίγο χρόνο μαζί σου στους δρόμους της.
Θέλω μια κοινή ανάμνηση.  
Τώρα θα 'ρθει η σειρά σου να μου χαμογελάσεις.
Πάμε, θα μου πεις. 

Θα ξεκινήσουμε να περπατάμε μαζί.
Στην πόλη θα ακούγεται η φωνή του Σινάτρα, σαν από παλιό γραμμόφωνο.
Για μια στιγμή θα νομίσω ότι ζω μια σκηνή από ταινία. 
Θα στο πω. 
Θα πεις, όταν πέφτει η νύχτα είναι όλα πιθανά. 

Θα σου πω, θέλω να σου δείξω τα φώτα της πόλης μου.
Αυτός ο δρόμος είναι ο αγαπημένος μου, αυτός ο δρόμος είναι η επιστροφή μου. 
Θα ξαποστάσουμε για λίγο στο κρυμμένο καφέ.
Θα καθίσουμε αντίκρυ και θα κοιταχτούμε.
Θα μου πεις, αυτή η πόλη σου μοιάζει.
Σκοτεινιάζει όπως το βλέμμα σου. 
Αλλά εγώ πίσω από τη σκοτεινιά σου, βλέπω φως.
Μου έλειψες, θα σκεφτώ.

Όταν θα βγούμε ξανά στο δρόμο η ώρα θα είναι περασμένη.
Πρέπει να φύγω σε λίγο, θα μου πεις.
Θα σου πω, άσε με να σου δείξω άλλο ένα αγαπημένο μου μέρος.
Μου λες, την πόλη σου από ψηλά;
Θα χαμογελάσω ξανά. 
Με ξέρεις, θα σκεφτώ.

Λυκαβηττός.
Στη δικιά μου γωνιά.
Θα σου πω, όταν κοιτάω την πόλη μου από ψηλά, με ξαναβρίσκω.
Θα μου πεις, όταν σε κοιτάω στα μάτια, με ξαναβρίσκω. 
Θα σταθούμε για λίγο χωρίς να μιλάμε.
Μου έλειψαν οι σιωπές μας, θα σκεφτούμε.

Ο αέρας θα γίνει πιο κρύος, η νύχτα πιο σκοτεινή.
Τα φώτα της πόλης θα θολώσουν.
Θα μείνω ώρα με τη θολωμένη εικόνα στα μάτια.
Θα γυρίσω το κεφάλι.

Δε θα είσαι πια εκεί.
Είναι όμως εκεί η κοινή μας ανάμνηση.
Γιατί τις μέρες των γιορτών, όλα είναι πιθανά.
Θα σκεφτώ και θα πάρω το δρόμο της επιστροφής.




*Φωτογραφία: 
Κώστας Μπαλάφας "Αθήνα, Δεκέμβριος 1960"



Μαρία
18.12.2012




Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Caminando por Madrid...





"¿Te has parado alguna vez a  ver 
los colores que estallan en Madrid, 
cuando al salir del metro
 en una tarde otoñal,
el sol se va?"




Σχήμα κύκλος.
Για μια ακόμη φορά.
Το πρώτο τρίμηνο αυτής της χρονιάς, κλείνει κυκλικά. Με ένα ταξίδι στην ίδια πόλη. Μαδρίτη. Σεπτέμβριος 2012- Νοέμβριος/Δεκέμβριος 2012. Μια ευθεία γραμμή ενώνει τους δύο αυτούς μήνες. Πόσα συνέβησαν σε αυτό το μικρό διάστημα. 

Το Σεπτέμβριο προσγειωνόμουν στο Barajas με την τεράστια βαλίτσα-μπαούλο μου, έτοιμη να περάσω λίγες όμορφες μέρες στην ισπανική πρωτεύουσα πριν ξεκινήσω την καινούργια μου χρονιά στη Βαρκελώνη. Ήμουν βέβαια ακόμα μουδιασμένη από ένα δύσκολο καλοκαίρι, αλλά όπως και να 'χει μπόρεσα να ξεχαστώ λίγο εκείνες τις μέρες. Τότε τίποτα δεν προμήνυε τι θα συνέβαινε λίγες μέρες μετά, ούτε όλες τις δυσκολίες που με έκαναν για μια ακόμη φορά να θυμηθώ το "ενός κακού, μύρια έπονται".

Πριν δύο εβδομάδες επέστρεψα. Λες και ήταν γραφτό να ξαναπάω στο μέρος από όπου ξεκίνησε αυτή η χρονιά, για να κλείσει σωστά ο κύκλος. Δεν ξέρω γιατί, αλλά πάντα μου άρεσαν οι συμβολισμοί σε όλα. Αυτό που (ενδεχομένως) υπάρχει πίσω από φαινομενικά ασύνδετα πράγματα και καταστάσεις. 

Και βρέθηκα λοιπόν ξανά πίσω, σε μια πόλη που δεν ξέρω πώς άρχισε να με γοητεύει τόσο επικίνδυνα ξαφνικά- παρά το ότι την έχω επισκεφτεί τόσες φορές στο παρελθόν και ποτέ δεν μου είχε συμβεί κάτι αντίστοιχο. 

Περπατάω στους μεγάλους της δρόμους και κοιτάω τα μεγαλοπρεπή κτίρια, τους φωτισμούς εν όψει Χριστουγέννων, τα πεσμένα φύλλα στο Paseo del Prado. Περπατάω πολύ, ανασαίνω τον αέρα πρωτεύουσας, τυλιγμένη στο παλτό μου και στο κασκόλ που με προστατεύουν από το τσουχτερό κρύο του μαδριλένικου χειμώνα. Κάπου εκεί είναι που αρχίζω να σκέφτομαι και να χάνομαι στις σκέψεις μου. Σκέφτομαι τον Σεπτέμβριο, τότε που περπατούσα στους ίδιους δρόμους με το αέρινο φόρεμά μου και έκανα σχέδια. Και μετά σκέφτομαι πώς ήρθαν τα πάνω-κάτω, πώς άλλαξαν τα δεδομένα και πώς βυθίστηκα στον κυκεώνα των εξελίξεων. Σκέφτομαι πόσο δύσκολο ήταν το διάστημα που πέρασε, πόσο άσχημα πέρασα, πόση σιωπή και πόνος βουβός χώρεσαν σε αυτούς τους μήνες. Σκέφτηκα το βύθισμα, τη μελαγχολία, το "κλείσιμο" ένδον, το θολό βλέμμα στον καθρέπτη, τη θλίψη στα μάτια, το υγρό μαξιλάρι τη νύχτα. Και το μετά, τον επαναπροσδιορισμό, την ανασύνταξη δυνάμεων, την αργή-αλλά σταδιακή- επάνοδο. Αυτό ακριβώς σκέφτομαι περπατώντας στη Μαδρίτη, και ξαφνικά νιώθω για πρώτη φορά μετά από καιρό μια αισιοδοξία, ότι τα πράγματα θα πάρουν το δρόμο τους. 

Στο Teatro Caser Calderón της calle Atocha, βρίσκομαι ένα πρωί για να παρακολουθήσω έναν κύκλο λογοτεχνικών "πρωινών", desayunos literarios τα λένε εκεί. Μιλάει η αγαπημένη μου Ισπανίδα συγγραφέας. Πριν ξεκινήσει η ομιλία, ο παρουσιαστής λέει κάτι που εντυπώνεται στη μνήμη μου, ίσως γιατί ήταν αυτό που χρειαζόμουν να ακούσω τη δεδομένη στιγμή. "Όλοι κρατάμε το κλειδί της επιτυχίας στο χέρι μας. Το μόνο που δεν ξέρουμε είναι ποια πόρτα ανοίγει. Και αυτό πρέπει να είναι ο σκοπός μας: να βρούμε την πόρτα που ανοίγει το κλειδί που κρατάμε στα χέρια μας."

Πλησιάζει και το τέλος της κανονικής χρονιάς και όσο και αν μερικές φορές θέλουμε να τον αποφύγουμε, ασυναίσθητα όλοι καταλήγουμε να κάνουμε τον απολογισμό της. Εγώ φέτος ξέρω καλά πως ό, τι και να σκεφτώ, ό, τι και να μετρήσω θα με βγάλει μείον.  Μείον δύο ανθρώπους πολυαγαπημένους. Και άλλα μείον είχε η χρονιά που πέρασε, όμως από τα άλλα μείον όλο και κάποιο συν βγαίνει. Από τα μόνα μείον που δε βγαίνει τίποτα θετικό είναι ο θάνατος και η απώλεια. 

Γυρνάω όμως στα άλλα μείον, στα όποια εμπόδια μπήκαν μπροστά μου τους τελευταίους μήνες και θέλω να δω το συν μέσα από αυτά. Και το συν δεν είναι τίποτα άλλο, από έναν άλλο στόχο. Γιατί ακόμα και αν δε μπορεί να πραγματοποιηθεί το αρχικό μας σχέδιο, πάντα υπάρχει χρόνος να το αλλάξουμε με ένα άλλο.

Περπατάω στους δρόμους της Μαδρίτης και συλλογίζομαι τον καινούργιο στόχο που πήρε τη θέση κάποιων άλλων. Και νιώθω αναπάντεχα δυνατή και δεν ξέρω αν γι αυτό ευθύνεται η πόλη ή εγώ. Ξέρω όμως ότι αυτή η πόλη έχει σίγουρα παίξει κάποιον ρόλο.

Απόγευμα Κυριακής που γίνεται βράδυ. Είμαι έτοιμη να πάρω το δρόμο της επιστροφής, είμαι ακόμα ζαλισμένη από την κόκκινη rioja που ήπια πριν αποχαιρετήσω την πόλη. Αποχαιρετώ, αλλά ξέρω "no es un adiós, es una hasta luego".




Μαρία,
Δεκέμβριος 2012





Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

El Cafè de La Central...


Απόγευμα μιας τυχαίας καθημερινής βρίσκομαι στο καφέ του βιβλιοπωλείου La Central... Μπαίνω μέσα και η μυρωδιά χαρτιού κυριαρχεί στο χώρο. Τι ωραία μυρωδιά η μυρωδιά του χαρτιού και των βιβλίων!

Ανεβαίνω την ξύλινη σκάλα που οδηγεί στο πατάρι. Στα σκαλοπάτια βρίσκονται βιβλία, βιβλία, παντού βιβλία. Πάντα σκεφτόμουν ότι αν είχα ποτέ σπίτι με ξύλινη σκάλα, θα υπήρχαν παντού βιβλία, ακόμα και στα σκαλοπάτια, όπως σε αυτό το βιβλιοπωλείο.

Το καφέ είναι κρυμμένο και μου αρέσει. Μία γωνίτσα με δέκα λευκά τραπεζάκια και μια terraza που βλέπει στην πίσω μεριά μοντερνιστικών κτιρίων της Eixample. Δεν έχει κόσμο και αυτό μου αρέσει επίσης. Έχουν λιγοστέψει τα μέρη με ησυχία στο κέντρο της πόλης. 

Είναι η δεύτερη φορά που έρχομαι, η πρώτη ήταν πριν από αρκετά χρόνια. Κάθομαι σε ένα τραπεζάκι στο ίδιο που καθόμουν τότε. Μου έχει αποτυπωθεί εκείνο το καλοκαιρινό απόγευμα. Ήμουν μόνη μου τότε, το καφέ ήταν τελείως άδειο. Στο τραπεζάκι μπροστά ήρθε ξαφνικά μια κοπέλα. Είχε μακριά κυματιστά μαλλιά και μεγάλα μάτια. Στα χέρια της κρατούσε ένα βιβλίο, αλλά δεν μπόρεσα να δω τον τίτλο του. Κάθισε, παρήγγειλε έναν καφέ, άνοιξε το βιβλίο της και άρχισε να διαβάζει. Την παρατηρούσα. Κάθε τόσο έριχνε κλεφτές ματιές προς την πόρτα. Στα μάτια της έβλεπα μία ανυπομονησία. Φαντάστηκα ότι θα περίμενε κάποιον. Μετά από λίγη ώρα, βήματα ακούστηκαν από την ξύλινη σκάλα. Ήταν αργά το απόγευμα, λίγο πριν το κλείσιμο και το παταράκι ήταν σχεδόν άδειο. Έτσι κάθε φορά που κάποιος ανέβαινε, ήταν εύκολο να τον ακούσει κανείς. Η κοπέλα έστρεψε το βλέμμα της προς τη σκάλα και ασυναίσθητα το έστριψα κι εγώ. Νομίζω αισθάνθηκα κι εγώ μια ανυπομονησία για να δω ποιον περίμενε. Ο θόρυβος των βημάτων πλησίασε και ξαφνικά εμφανίστηκε ένας μελαχρινός νεαρός. Μου έκανε εντύπωση ο τρόπος που κοιτάχτηκαν, κατευθείαν στα μάτια και οι δύο. Την πλησίασε και νομίζω τη φίλησε, δε θυμάμαι καλά. Κάθισε δίπλα της. Φαντάζομαι τη ρώτησε τι διαβάζει, γιατί εκείνη έτεινε το βιβλίο προς το μέρος του κι εκείνος άρχισε να το ξεφυλλίζει. Αντάλλαξαν κάποιες κουβέντες με λόγια, κι άλλες τόσες με τα μάτια. Είχαν το βλέμμα των ανθρώπων που απολάμβαναν την κάθε στιγμή μεταξύ τους. Σχεδόν ένιωσα άσχημα που βρισκόμουν κι εγώ εκείνη τη στιγμή στο ίδιο καφέ, μαζί τους, έστω και μακριά και χαλούσα το κάδρο της στιγμής τους. Αν και τώρα που το σκέφτομαι, το πιο πιθανό είναι να μην είχαν καν προσέξει την παρουσία μου. Κάποια στιγμή τους είδα να παίρνουν μια χαρτοπετσέτα και να γράφουν κάτι. Δεν μπορούσα να δω τι είναι, αλλά σκέφτηκα πως ίσως έγραψαν την ημερομηνία και κάτι δικό τους, συνθηματικό. Κάτι που μόνο εκείνοι θα μπορούσαν πραγματικά να "διαβάσουν". Η κοπέλα το πήρε και το έκλεισε στο βιβλίο της.

Σηκώθηκαν. Πριν σηκωθούν κοιτάχτηκαν ξανά βαθιά στα μάτια. Δεν ξέρω γιατί, αλλά ένιωσα ότι αυτό το ζευγάρι αποχαιρετιόταν μπροστά μου. Μια αντίστροφη μέτρηση πλανιόταν στην ατμόσφαιρα κι εγώ ήξερα ότι μετρούσαν τις τελευταίες του στιγμές. Έγινα άθελά μου μάρτυρας του ιδιαίτερου "αντίο" δυο αγνώστων. Μια έντονη γεύση απώλειας με πλημμύρισε. Απέμεινα μόνη και χάζευα το άδειο τραπέζι, όπως το κοιτάω τώρα.

Πολλές φορές έκτοτε έχω φέρει στο μυαλό μου αυτό το ζευγάρι και έχω σκεφτεί τι να απέγιναν η κοπέλα με το βιβλίο και ο μελαχρινός νεαρός. Και ίσως φανεί περίεργο αλλά κάθε φορά που περπατάω στην οδό Mallorca και περνάω έξω από το βιβλιοπωλείο, η καρδιά μου σφίγγεται κάπως. Αρχίζω να πιστεύω πως ίσως γι αυτό δεν είχα ξαναέρθει από τότε. Φοβόμουν να ξανανιώσω την ίδια αίσθηση απώλειας. Γιατί βαθιά μέσα μου, ξέρω ότι από αυτό το ζευγάρι, το μόνο που θα έχει μείνει τώρα πια είναι μια χαρτοπετσέτα κρυμμένη στο βιβλίο της κοπέλας...



Μαρία
20.11.2012


Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

Ευθείες μέρες...



Είναι Παρασκευή. Έχω μόνο είκοσι λεπτά για να γράψω, είκοσι λεπτά πριν φορτωθώ την κίτρινη τσάντα μου και φύγω για το σεμινάριο.
Μέσα σε αυτή την αντίστροφη μέτρηση ήθελα να ανοίξω τη σελίδα και να σημειώσω κάτι, κάτι μικρό. Δυο τρεις σκόρπιες σκέψεις που έκανα αυτές τις μέρες. 

Μία σκέψη που κάνω τις τελευταίες μέρες είναι ότι δεν κατάλαβα πώς πέρασε ο καιρός. Ήρθε Νοέμβρης. Βρέθηκα τις προάλλες σε ένα κατάστημα με είδη σπιτιού και ήταν στολισμένα με... χριστουγεννιάτικα! Σοκαρίστηκα τολμώ να ομολογήσω, γιατί μου αρέσει να νιώθω τον χρόνο που περνάει, κι έτσι κάτι τέτοια χρονικά άλματα με ξαφνιάζουν και με αποπροσανατολίζουν.

Έρχονται Γιορτές, λοιπόν, και δεν έχω καταλάβει πού πήγαν οι μεταξύ μήνες. Στο μυαλό μου υπάρχει μια μαύρη οριζόντια γραμμή που ενώνει αυτόματα τον φετινό Αύγουστο με τον Νοέμβριο. Ευθεία, χωρίς διαλείμματα. Χωρίς καμπύλες και παύσεις. Στην προκειμένη περίπτωση "χωρίς καμπύλες και παύσεις" σημαίνει χωρίς τίποτα ιδιαίτερο. Χωρίς κάτι στο μεταξύ. Ευθεία. Τίποτα. Το τίποτα. Δεν μ'αρέσει το τίποτα.

Έβλεπα χτες μια συνέντευξη. Η συνεντευξιαζόμενη μιλούσε για ένα πρόσφατο πρόβλημα υγείας που πέρασε και πώς ένιωθε γι αυτό και για τον ένα χρόνο που πέρασε άρρωστη. Είπε κάτι που μου άρεσε και -τηρουμένων πάντα των αναλογιών- σκέφτηκα ότι ταιριάζει και στις τωρινές μου ευθείες μέρες. Είπε, λοιπόν, ότι υπάρχουν φάσεις στη ζωή μας που είναι δύσκολες, αλλά που υπάρχουν και που πρέπει να τις ζήσουμε, για να τις ξεπεράσουμε και να μπορέσουμε μετά να συνεχίσουμε τη ζωή μας. Κάπως πιο όμορφα το είπε εκείνη, όχι τόσο απλά, αλλά το νόημα νομίζω ήταν αυτό πάνω-κάτω. Οι ευθείες μέρες υπάρχουν και θα υπάρχουν, τι να τις κάνουμε; Πρέπει να τις περάσουμε, για μας οδηγήσουν κάποτε σε όμορφες γεμάτες καμπυλωτές μέρες. 

Πριν ο δείκτης δείξει ακριβώς, θέλω να προλάβω να γράψω ακόμα ότι δεν με τρομάζουν οι ευθείες μέρες, κι ας μην μου αρέσουν τόσο. Ακόμα και από αυτές κάτι μαθαίνω.  Γιατί "ο πόνος είναι το σπάσιμο του οστράκου που περικλείει τη γνώση σου."

Ακριβώς.
Έφυγα.










Μαρία, 
09.11.2012

*Φωτογραφία: Horst Hamann

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

Σκέψεις ενός απογεύματος Οκτωβρίου...



Στο καφέ που κάθομαι η μουσική σκεπάζεται από τις φωνές των διπλανών τραπεζιών, από το τρυπάνι του δρόμου και από το θόρυβο της μηχανής του καφέ.

Εγώ κάθομαι μόνη μου σε ένα μικρό τετράγωνο τραπεζάκι με πράσινο καρό τραπεζομάντιλο και μία μικροσκοπική λάμπα δεξιά. Κοιτάω μπροστά την τεράστια ανοιχτή πόρτα και βλέπω τους ανθρώπους να περπατάνε στο βρεγμένο πεζόδρομο. Σκέφτομαι πόσες φορές τα τελευταία τρία χρόνια έχω καθίσει στο ίδιο τραπέζι και έχω κοιτάξει την ίδια θέα, το ίδιο ζωντανό κάδρο, και πόσοι διαφορετικοί άνθρωποι έχουν περάσει μπροστά από τα μάτια μου.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που ανακάλυψα αυτό το μέρος, μόλις είχα προωτοανοίξει. Ήταν Γενάρης και εγώ έκλεινα το πρώτο μου εξάμηνο στην πόλη. Μου έκανε εντύπωση και κάθισα λίγα λεπτά και το κοίταξα, όπως κοιτάζουν τώρα αυτοί οι άνθρωποι που περνάνε από μπροστά μου. Αυτό ήταν. Αυτό το καφέ έγινε το καφέ μου.

Τώρα ξαναγυρίζω, αλλά δεν το αναγνωρίζω πια. Έχει χάσει κάτι από τη γοητεία του, από τη μυστικότητά του. Έγινε πια πολύ γνωστό και είναι συνέχεια γεμάτο κόσμο. Κόσμο που το επισκέπτεται γιατί είναι της μόδας, γιατί «ακούγεται» παντού, αλλά που δεν αγαπάει κάθε γωνιά του όπως εγώ. Για μένα κάθε τραπεζάκι είναι μια ιστορία και μία στιγμή, κυρίως της πρώτης χρονιάς στη Βαρκελώνη. Θυμάμαι να συνομιλώ με τους ιδιοκτήτες, τον Τομάς από τις Βόρειες Χώρες και τη Ρεγγίνα από το Μεξικό και να μου λένε τα όνειρά τους, πώς φτιάξανε το καφέ-γκαλερί, πώς προσπαθούσαν να πάρουν άδεια για να βγάλουν τα τραπεζάκια τους έξω. Και όντως με τον καιρό, τα πέτυχαν σχεδόν όλα και τώρα οι καλλιτέχνες κάνουν ουρά για μία έκθεση εδώ, και το δημαρχείο ενέκρινε τα τέσσερα τραπεζάκια στην Enric Granados. Ο Τομάς και η Ρεγγίνα δεν έρχονται πια τόσο συχνά, τώρα που γίνανε επιτυχημένοι επιχειρηματίες βάλανε σερβιτόρους και το δουλεύουν. Η Ρεγγίνα έμεινε έγκυος και τώρα έχει ένα μωράκι, το είδα τις προάλλες.

Δεν ξέρω αν σας έχει συμβεί ποτέ, να κοιτάτε την εξέλιξη της ζωής μέσα από την εξέλιξη της ζωής κάποιων προσώπων. Οι ιδιοκτήτες αλλάξανε, το καφέ άλλαξε. Δείγμα ότι ο καιρός περνάει. Και όλα αλλάζουν.

Σήμερα κάθομαι στο ίδιο καφέ-που δεν έχει πια την χάρη του τότε, αλλά δεν μπορώ να μην έρχομαι- κάθομαι στο ίδιο τραπεζάκι, πίνω τον ίδιο καφέ και σκέφτομαι: εγώ είμαι η ίδια; Τι μένει ίδιο από αυτήν την κοπέλα που χαζεύει τους περαστικούς πίνοντας καφέ ένα φθινοπωρινό απόγευμα Οκτωβρίου; Πόσες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου όλον αυτόν τον καιρό; Πόσα όνειρα εκπληρώθηκαν τα τελευταία χρόνια και πόσα όχι;

Αν αυτή τη στιγμή μπορούσα να κλείσω τα μάτια και με έναν μαγικό τρόπο να μεταφερθώ κάπου αλλού, θα ήθελα να βρεθώ στη φθινοπωρινή Νέα Υόρκη, σε εκείνο το καφέ που είχα ξεθάψει μία μέρα περπατώντας με τις ώρες. Να κοιτάω τη βροχή μέσα από την τζαμαρία, να βλέπω την κίνηση στους δρόμους, τον κόσμο και τα κίτρινα ταξί.

Αλλά ο θόρυβος από το τρυπάνι στο δρόμο με επαναφέρει στο εδώ, στο τώρα. Τώρα είμαι στο αγαπημένο καφέ της Enric Granados, στη Βαρκελώνη, σε μια πόλη που έχει γίνει τόσο δική μου, ώστε μερικές φορές ακόμα και να με πνίγει, όπως σε πνίγει η ρουτίνα μιας πόλης και μιας ζωής της οποίας έχεις γίνει για τα καλά αναπόσπαστο κομμάτι.


Είμαι εδώ. Μετά θα σηκωθώ και θα πάρω το δρόμο της επιστροφής, χωρίς καμιά αλλαγή στη διαδρομή, μια διαδρομή που την ξέρω τόσο καλά ώστε να με οδηγούν πια μόνα τους τα πόδια μου. Έξω θα βρέχει γιατί επιτέλους είναι φθινόπωρο, αλλά εμένα δεν θα μ’ ενοχλεί γιατί μ’ αρέσει να περπατάω στη βροχή. Πόλεις και βροχή. Μετά θα φτάσω σπίτι, θα ανοίξω την πόρτα, θα ανάψω τη λάμπα που γράφει «Vintage New York» και θα καθίσω στο γραφείο να δουλέψω όπως τόσες άλλες φορές, τόσα απογεύματα τα τελευταία χρόνια. Κι όταν κουραστώ και καθίσω στην κόκκινη πολυθρόνα και κοιτάξω τη Σαγράδα Φαμίλια από το παράθυρο, και από το ράδιο θα ακούγεται μόνο η φωνή του Σινάτρα- ακόμα μία σκηνή που επαναλαμβάνεται συχνά όλα τα χρόνια εδώ- ίσως σκεφτώ πάλι τι έχει αλλάξει όλο αυτό το διάστημα. Ή ίσως πάλι κλείσω τα μάτια και βρεθώ με μια κόκκινη ομπρέλα να περπατάω την  Broadway της πόλης που δεν κοιμάται ποτέ…










Μαρία
25.10.2012



*Φωτογραφία: Christophe Jacrot

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Μέσα μου βρέχει.






Πένθος.
Πένθος σημαίνει βιώνω ένα κενό μέσα μου, μια απουσία, κι αυτή η απουσία να με κάνει να λυπάμαι, να μη θέλω να ασχοληθώ με πράγματα που ως τώρα με ευχαριστούσαν. 

Εσωστρέφεια.
Η τάση του ανθρώπου να μην εξωτερικεύει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, ενδοστρέφεια.

Μοναχικότητα.
Παραδόξως, δεν υπάρχει στο λεξικό. Εγώ θα έγραφα: διάθεση, τάση, ανάγκη-όχι απαραίτητα αρνητική- να μείνεις μόνος σου, μακριά από τους άλλους, απομονωμένος.

Απομόνωση.
Απομάκρυνση από ένα σύνολο. //απουσία επαφής, επικοινωνίας.

Μελαγχολία
Συναισθηματική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από θλίψη, κατάπτωση και απαισιοδοξία.

Σιωπή.
Η κατάσταση εκείνου που δε μιλά, δεν απαντά και γενικά δεν εκφράζει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. 




Ήρθε φθινόπωρο και δεν ήρθε.
Θέλω να έρθει επιτέλους.
Τα φύλλα να κιτρινίσουν
και να πέσουν.
Ο ουρανός να πάρει ένα γκρίζο χρώμα.
Να βρέχει.
Να ταιριάζει το μέσα μου 
με τον καιρό έξω από το παράθυρο.
Μέσα μου.
Τι γίνεται μέσα μου;
Προσπάθησα με τις έξι παραπάνω λέξεις να το περιγράψω.
Κι εκείνη τη στιγμή είδα αυτή τη φράση
και είπα
αυτό
αυτό ακριβώς
αυτό συντελείται μέσα μου
αυτές τις μέρες
Μέσα μου βρέχει.
Βρέχει καταρρακτωδώς.





Μαρία
Οκτώβριος 2012

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Τέλος Εποχής ΙΙ ή Όταν Έρχεται το Πλήρωμα του Χρόνου...



Στο Ματουλάκι μου



Δεν πέρασαν ούτε δύο εβδομάδες από τότε που έκανα τη διαδρομή Ελλάδα-Ισπανία και βρίσκομαι πάλι στην πτήση της αντίθετης κατεύθυνσης. Βαρκελώνη-Αθήνα.

Το τηλεφώνημα με βρήκε απροετοίμαστη. Ήταν από αυτά τα κυριακάτικα απογεύματα ρουτίνας, που προσπαθείς να βάλεις σε τάξη τη δουλειά της εβδομάδας, αλλά η ραστώνη της συγκεκριμένης ημέρας δε σε αφήνει και καταλήγεις έτσι να περνούν οι ώρες χωρίς να το καταλαβαίνεις.

Στο τηλέφωνο ήταν ο μπαμπάς. Δεν υποψιάστηκα.
«Η γιαγιά τελείωσε. Τώρα  μόλις.»

Τελείωσε. Τελείωσε. 

Πάντα έδειχνα ενδιαφέρον- λίγο μακάβριο τολμώ να ομολογήσω- στον τρόπο με τον οποίο σου ανακοινώνεται ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου. «’Εφυγε», «τη χάσαμε», «εσυγχωρέθηκε»- αυτό το λέει η άλλη γιαγιά, ή απλώς «πέθανε». Πέθανε. Ακούγεται πιο απότομο, αλλά καταλήγω να το προτιμώ. 

Τελείωσε, λέει. Τέλος. Τελειώνω, τελευταίος, τέρμα. Τέλος.

Αυτό το περιβόητο τέλος εποχής που η ζωή βάζει μπροστά μου τον τελευταίο καιρό. 

Πόσες απώλειες χωράνε σ’ έναν μόνο μήνα;

Πολλές φορές είχα σκεφτεί τη στιγμή που θα μου ανακοίνωναν το τέλος της γιαγιάς. Η σκέψη και μόνο με έκανε να παγώνω, τα πόδια μου κόβονταν. Θυμάμαι παλιά, όταν χτυπούσε το τηλέφωνο αργά τη νύχτα ή έβλεπα κλήσεις από το χωριό, έτρεμα ολόκληρη. «Ναι, γεια, έγινε κάτι; Η γιαγιά;» Οι πιο οδυνηροί εφιάλτες μου θυμάμαι πάντα να έχουν να κάνουν με το θάνατο της γιαγιάς. Θυμάμαι να ξυπνάω και να παίρνω αμέσως τηλέφωνο στο χωριό, ναι, όλα καλά, η γιαγιά καλά, όπως τα ξέρεις, τα ίδια. Σκεφτόμουν ότι η στιγμή που θα χρειαζόταν να έρθω αντιμέτωπη με το θάνατο της γιαγιάς θα ήταν η πιο δύσκολη της μέχρι τότε ζωής μου- αν και είχα ζήσει και άλλες απώλειες πριν.

Η χθεσινή μου αντίδραση δε θύμιζε σε τίποτα τη στιγμή που φανταζόμουν τα τελευταία χρόνια.  Αντέδρασα μάλλον ψύχραιμα για τα δικά μου δεδομένα-δεν είχα κι άλλη επιλογή βέβαια. «Κλείσε, παίρνω το πρώτο αεροπλάνο και έρχομαι. Να με περιμένετε.» Είναι περίεργο πώς ο άνθρωπος σε τόσο δύσκολες στιγμές επιστρατεύει τη λογική για να τα βγάλει πέρα. Να κλείσω εισιτήριο, να πάρω άδεια, να ειδοποιήσω τους μαθητές, να φτιάξω τη βαλίτσα. Μαύρα, πού είναι τα μαύρα; Να τα προλάβω όλα, να τα τακτοποιήσω όλα, δεν αισθάνομαι, έχω παγώσει, κάνω μηχανικές κινήσεις. «Να έρθω να μείνω μαζί σου απόψε, μη μείνεις μόνη σου», μου λέει ένας φίλος. Δε φοβάμαι να είμαι μόνη μου, είμαι εντάξει. Θα ξαπλώσω, θα κοιμηθώ λίγο, αύριο θα είναι μεγάλη η μέρα, μεγάλο το ταξίδι. Είμαι εντάξει.

Από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα μπαίνουν φωνές και τραγούδια. Είναι οι γιορτές της πόλης, οι γιορτές της Mercè. Ποτέ μου δεν συμπάθησα τις συγκεκριμένες γιορτές. Και τώρα ένας λόγος παραπάνω, οι γιορτές αυτές έρχονται σε αντίθεση με το δικό μου πένθος. Οι φωνές και τα τραγούδια συγκρούονται με τη δική μου σιωπή, τα γέλια των ανθρώπων με τα δικά μου κλάματα. Κοιτώ τον κόσμο που περπατάει στο δρόμο, και λέω κοίτα, για μένα ο χρόνος έχει για λίγο σταματήσει, αλλά εκείνοι, κοίτα τους, συνεχίζουν το δρόμο τους, διασκεδάζουν, είναι χαρούμενοι. Αύριο είναι αργία και δε δουλεύουν. Κοίτα, η ζωή συνεχίζεται. Αυτό είναι ένα ακόμα μεγάλο μάθημα. Ό, τι και να γίνει η ζωή συνεχίζεται.

Δεν κοιμήθηκα το βράδυ. 

Έφτασα στο αεροδρόμιο. Πόσο διαφορετική είναι η διάθεσή μου από όλες τις προηγούμενες φορές που ήρθα για να πάρω την πτήση Α368 για Αθήνα. 

Οι ώρες πέρασαν. Είμαι στο λεωφορείο που θα με πάει στο χωριό. Αρχίζει να σκοτεινιάζει. Νιώθω έναν περίεργο συναίσθημα, δεν ξέρω αν είναι φόβος, σίγουρα κάτι που μοιάζει με φόβο.

Φοβάμαι την πόρτα του σπιτιού στο χωριό. Θα είναι ίδια όπως πριν ένα μήνα. Φοβάμαι το γιασεμί που θα μυρίζει όπως παλιά. Θα είναι το ίδιο. Φοβάμαι να μπω στο δωμάτιο, να κοιτάξω το κρεβάτι, και να μην είναι το ίδιο. Φοβάμαι την πρώτη στιγμή που θα κοιτάξω την απώλεια κατάματα. Η γιαγιά δε θα είναι εκεί, για πρώτη φορά.

Ο ήλιος έδυσε σχεδόν. Νιώθω το στομάχι μου σφιγμένα και τα μάτια μου υγρά.

...

Φτάνω αργά, πολύ αργά.

Έκτοτε όλα θολώνουν, εικόνες βουβές διαδέχονται η μία την άλλη, μαυροφορεμένες γυναίκες, ποτηράκια με κονιάκ, η νεκροφόρα έξω από το σπίτι, μία μαύρη κάσα, η εκκλησία, μπαίνω πρώτη, την αντικρίζω πρώτη, το παγωμένο μάγουλο, ένα γιασεμί που ακουμπάω, οι καρέκλες , οι καμπάνες, για μας χτυπάνε οι καμπάνες;, δεν χτυπανε πάντα για τους άλλους οι καμπάνες,   Μακαρία ἡ ὁδός, ᾗ πορεύει σήμερον, ὅτι ἡτοιμάσθη σοι τόπος ἀναπαύσεως, εμείς στην πρώτη σειρά, οι οικείοι, την κοιτάω, αναμνήσεις, εικόνες από το κοντινό και μακρινό παρελθόν, εγώ παιδί, η γιαγιά με πάει στη θάλασσα, στις κούνιες, καθόμαστε στο χαγιάτι, κοιτάμε το φάρο, παίζουμε, μεγαλώνω, η γιαγιά αρρωσταίνει, τη φροντίζω, την κρατάω από το χέρι, της λέει μη φοβάσαι είμαι εδώ, την βάζω να κοιμηθεί, η φωνή της την τελευταία φορά στο τηλέφωνο, η τελευταία μέρα που έφυγα από το χωριό το καλοκαίρι, προσπαθώ να ανακαλέσω τα λόγια της, με αναγνώρισε, καλό ταξίδι, να προσέχεις εκεί που είσαι, θα προσέχω αλλά κι εσύ να τρως, θα έρθω να σε ξαναδώ, να με περιμένεις, γιαγιούλα μου, γιαγιούλα μου, Δεῦτε τελευταῖον ἀσπασμόν, και πώς να σ' αποχαιρετήσω, πώς να αποχαιρετήσω ό, τι ήμουν όλα αυτά τα χρόνια, αἰωνία  ἡ μνήμη,Ὄντως φοβερώτατον τὸ τοῦ θανάτου μυστήριον, η πορεία προς το νεκροταφείο, σκαρφαλώνω, αφήστε με μισό λεπτό, μία στιγμούλα, γιαγιούλα μου, θα μου λείψεις, πόσο πολύ θα μου λείψεις, το λευκό σεντόνι τα καλύπτει όλα, τέλος.


...




Μαρία,
Σεπτέμβριος 2012

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Περί πατρίδας, φιλίας, ζωής...



Για τους φίλους που  μένουν αναντικατάστατοι...
που παραμένουν...
που προσπαθούν...
που  θυμούνται...
που δεν ξεχνούν...
που ξέρουν να είναι εκεί αλλά ταυτόχρονα εδώ...
Γι αυτούς που δεν έφυγαν όταν έφυγες
και ήταν εκεί όταν ξαναγύρισες...

Για τις φιλίες που χτίζουν μια ολόκληρη ζωή
και τη γεμίζουν...





"Ωστόσο πρέπει να το σημειώσουμε αυτό- ποτέ δεν το σημειώνουμε αρκετά- η πατρίδα μας παραμένει πατρίδα μας. Μετά από λίγο καιρό η δυσαρέσκεια και η ανυπομονησία για φυγή ανατρέπεται.


Οι άνθρωποι με τους οποίους έχουμε μεγαλώσει είναι αναντικατάστατοι. Οι φίλοι που έχω στην Ελλάδα είναι αναντικατάστατοι, παρότι έχω φίλους εδώ, έχω και στο Παρίσι, έχω φίλους και σε άλλα μέρη του κόσμου. Αυτή όμως η συνεννόηση που υπάρχει με τους φίλους στην Ελλάδα, και συχνά η ακατανοησία- κι αυτό είναι ένα δείγμα οικειότητας- είναι μοναδικό. Οι φιλίες χτίζουν μια ολόκληρη ζωή. Οι φιλίες μαζί με τις αναμνήσεις που συνδέουν τις φιλίες. Κι έτσι κάποια στιγμή γυρίζω στην Ελλάδα, γνωρίζοντας ότι θα ξαναφύγω."








Μαρία,
20.09.2012

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Τέλος εποχής


Απόγευμα Κυριακής περπατώ προς το Γουδί.
Νοσοκομείο Λαϊκό, δωμάτιο 369. 
Πηγαίνω μόνη μου.
Νιώθω περίεργα, αλλά το προτιμώ. 
Αυτή τη γειτονιά την ξέρω καλά, έχει ποτίσει τα παιδικά μου χρόνια.
Είναι περίεργο πόσες αναμνήσεις χωράνε σε ένα οικοδομικό τετράγωνο.

Αρχές δεκαετίες του '80. Επτά το πρωί καθημερινής. Ένας νεαρός άντρας γύρω στα 26 σταματάει με το αυτοκίνητό του έξω από μια αθηναϊκή πολυκατοικία. Από το πίσω κάθισμα, βγάζει ένα μωράκι σε ένα άσπρο πορτ-μπεμπέ και μία ροζ τσάντα. Ανεβαίνει στο διαμέρισμα του τετάρτου, η θεία περιμένει στην πόρτα, παίρνει το πορτ-μπεμπέ και τη ροζ τσάντα και η μέρα ξεκινάει.  

Δεκαετία του '90 και παίζω χαρούμενη στην πλατεία του Αγίου Θωμά και στις κούνιες μπροστά από το Παίδων-δεν υπάρχουν πια, τις γκρέμισαν για να φτιάξουν πάρκινγκ. Η θεία με ντύνει και με πηγαίνει βόλτα. Μου λέει παραμύθια στη βεράντα. Μου φτιάχνει κρεατοπιτάκια και μου δίνει να πιω κόκα-κόλα. Μου χαρίζει το κουταλάκι με τα τριανταφυλλάκια και το ασορτί πιατάκι. Μου λέει ότι αν λέω κακές κουβέντες, "θα μου βάλει πιπέρι στο στόμα" και δείχνει τις κόκκινες καυτερές πιπερίτσες στη γλάστρα προς επίρρωση της απειλής.

"Σε ποιον θέλεις να πας, στη νονά ή στη θεια-Τζένη", με ρωτάει η μαμά και ο μπαμπάς. "Στη Τζένη, στη Τζένη!!!", απαντάω εγώ και δεν είμαι ούτε δυο χρονών.

Η θεία είναι εκεί, όλα τα χρόνια, όλες τις μέρες, σε όλα τα γλέντια, τα οικογενειακά τραπέζια, Χριστούγεννα, Απόκριες, αργίες και σχόλες. Είναι πάντα εκεί να με φροντίζει και να με προσέχει κι εγώ μαζί της δε φοβάμαι. 


Σήμερα πηγαίνω μόνη μου να τη δω στο δωμάτιο 369 του Λαϊκού. 


Η μαμά είναι κοφτή στις ανακοινώσεις της. 
Η θεία πεθαίνει.


Ανεβαίνω τα σκαλιά, φτάνω στον τρίτο, στο δωμάτιο. Την κοιτάω και με γνωρίζει. Είναι ταλαιπωρημένη, γεμάτη σωληνάκια, μώλωπες στα χέρια, πονάει. Είναι αδύναμη. Αυτή, η ίδια γυναίκα που πριν χρόνια φάνταζε στα μάτια μου τόσο δυνατή. Πώς αντιστρέφονται έτσι οι ρόλοι στη ζωή; Πώς φτάνουμε να γινόμαστε εμείς οι δυνατοί, εμείς που κάποτε δεν ήμαστε παρά μια σταλίτσα σ'ένα άσπρο πορτ-μπεμπέ;  Θέλω να γυρίσω στους άλλους στο δωμάτιο και να τους πω φύγετε, βγείτε έξω, να μείνω μαζί της, να έχω έστω και μόνο μια στιγμή, να της πω, σ' αγαπάω, σ΄ ευχαριστώ, μου λείπεις, δε θέλω να φύγεις. Δεν της τα λέω, αλλά πιστεύω πως τα νιώθει. 

Φεύγοντας από το νοσοκομείο, νιώθω κομμάτια των παιδικών μου χρόνων να κλείνονται σε κουτιά- σαν για μετακόμιση από μια ηλικία σε μια άλλη, σαν μετάβαση στην καθαρά ενήλικη ζωή, σ' αυτή που παίρνουμε ηνία και αποφάσεις, σ' αυτή που ξεκινάμε να φροντίζουμε εμείς τους ανθρώπους που κάποτε μας φροντίζανε, σ' αυτήν που μαθαίνουμε να τους αποχαιρετούμε, σ' αυτή που μαθαίνουμε πόσο σκληρό είναι να τους αποχαιρετούμε. 


Πέμπτη πρωί στην εκκλησία του χωριού. 
Μία νεκροφόρα σταματάει μπροστά και τέσσερις μαυροφορεμένοι άντρες φέρνουν μπροστά μας ένα ξύλινο φέρετρο. Κοιτάω το χέρι, αυτό το παγωμένο χέρι που την τελευταία μέρα στο νοσοκομείο άπλωσε για να με αγγίξει.  Δεν φοβάμαι, αλλά με πονάει, πολύ με πονάει, αυτός ο κύκλος της ζωής.


Και λίγο πιο μετά, στο νεκροταφείο της πέρα γειτονιάς,
έτσι όπως κλείνει το καπάκι της ξύλινης κάσας, 
νιώθω να κλείνει μαζί του ένα μέρος της παιδικής μου ηλικίας.


Τέλος εποχής.





Μαρία,
31.08.2012 

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

"Παρά λίγο"




"-Πήρα το γράμμα σου μετά την εκτέλεση, είπε ο Σήζαρ ύστερα από μια παύση. Παρά λίγο να πάρω το αεροπλάνο να ‘ρθω να σε βρω.

Του είχα στείλει ένα σύντομα γραμματάκι όταν έμαθα για τη εκτέλεση του πατέρα του. Λίγα μόνο λόγια, ότι η χώρα είναι απάνθρωπη, ότι εύχομαι να ‘χα γεννηθεί κάπου αλλού. Αλλά, πάλι, όλα τα μέρη είναι απάνθρωπα∙ πάνω κάτω αυτά είχα γράψει σ’ εκείνο το γράμμα.  

-Παρά λίγο να έρθω να σε βρω, ξανάπε.

-Παρά λίγο, αντήχησα ύστερα από λίγο.

Γελάσαμε.

Ήθελα να του πω ότι παρά λίγο να του τηλεφωνούσα όταν πέθανε ο Τζέρρυ Γκαρσία∙ αλλά δεν του το είπα. Φοβήθηκα μη νομίσει ότι παρά λίγο θα του τηλεφωνώ υπεραστικά κάθε φορά που θα συμβαίνει κάτι άσχημο στον κόσμο. 

-Είμαι ο παρά λίγο τύπος, φαίνεται, είπε γελώντας πάλι.

Μετά δεν μιλήσαμε για λίγο, συνεχίσαμε το δρόμο μας κοιτώντας μπροστά∙ όταν μπήκαμε στην περιοχή του αεροδρομίου, είπε:

-Παρά λίγο να σου πάρω μια  Strat κάποτε. ‘Ηταν μεταχειρισμένη. Μαύρη και ασημί. Ήταν γαμώ τις κιθάρες. Αλλά δεν σ’ την πήρα. Δεν την αγόρασα.

Ένιωθα το χρόνο να τελειώνει και σκέφτηκα να τον αρπάξω και να τον φιλήσω, αλλά ήταν μια παλιά αίσθηση και μια παλιά σκέψη∙ είχα συνηθίσει να την έχω και να μην υποκύπτω σ’ αυτήν. 

-Σου λείπει καθόλου το Λ.Α.; ρώτησα.

Ξαφνικά μου ήρθε να βάλω τα κλάματα.

-Παίρνω ακόμα τη Vida Nueva, απάντησε αόριστα. Μας τη στέλνουν δωρεάν.

-Ναι, τη στέλνουν σε πολλούς ισπανόφωνους, είπα, αφηρημένη, γιατί σκεφτόμουνα το «μας». «Μας» ήταν ο Σήζαρ και η Σελίνα, η Σελίνα και ο Σήζαρ.

Έτσι, με άφησε έξω από το τέρμιναλ κι έφυγε αργά αργά. Γύρισα και κατευθύνθηκα προς το γκισέ των εισιτηρίων χωρίς να κοιτάξω πίσω∙ άκουσα μόνο τη μηχανή και κατά κάποιον τρόπο ένιωσα το πόδι του να πατάει απαλά το γκάζι∙ Δεν είχα αποσκευές∙ καθώς περνούσα από τη θύρα αναχώρησης, ένιωσα ελαφριά, όπως όταν ήμουν φτιαγμένη, και ήταν σαν να πετούσα."




Σώτη Τριανταφύλλου, 
«Φτωχή Μάργκο»






....



Κι ίσως αν κάποια "παραλίγο" παρέμειναν "παραλίγο"
Αν αυτό το λίγο που έλειπε δεν πέρασε στην αντίπερα όχθη, 
δεν ξε-πέρασε τον εαυτό του,
δεν έγινε πολύ, πάρα πολύ, απόλυτο
δεν νίκησε ενδοιασμούς και σκέψεις
δεν νίκησε εγωισμούς
Κι έμεινε εκεί
λίγο
παρα-λίγο

πάει να πει ότι ίσως η απόσταση να ήταν πιο μεγάλη από αυτή που βλέπαμε
ίσως το χάσμα του παραλίγο να ήταν τελικά
πάρα πολύ.




Μαρία
Αύγουστος 2012

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

"39 βαθμοί υπό σκιάν..." *


39 βαθμοί υπό σκιάν

Σβήσε αυτό το φως. Βάλε νερό στη γλάστρα. Κλείσε τα ρολά. Ναι, θα ξεραθεί. Ξέχασέ το. Δεν μπορείς να τα φροντίσεις όλα, ποτέ δεν μπορείς να τα φροντίζεις όλα.
Ξημερώνει. Είσαι έτοιμος να φύγεις; Έχεις εισιτήρια; Φεύγεις με αεροπλάνο ή με καράβι; Βιάζεσαι να πας κάπου ή σου χρειάζεται χρόνος για ν’ αφήσεις την πόλη πίσω σου;
Έχεις ένα καταφύγιο; Ένα μέρος που να θεωρείς δικό σου; Έχεις τουλάχιστον κάπου να πας;
Αναρωτιέσαι τι να διακόψεις; Μην είσαι αυθάδης με την τύχη σου. Σύντομα ίσως έρθουν περίπλοκες νύχτες και ακόμα πιο δύσκολες μέρες.
Νιώθεις ότι φέτος οι διακοπές δεν αρκούν, δεν είναι αυτό που περίμενες; Ναι, υπό ορισμένες συνθήκες η κατάθλιψη θα μπορούσε να θεωρηθεί υγιής αντίδραση. Όχι στους 40 βαθμούς. Σκέψου τη θάλασσα. Σκέψου να βυθίζεσαι στο νερό. Το αλάτι στο δέρμα. Τον ήλιο, την καυτή άμμο.
Δεν είναι καταπληκτικό να είσαι ζωντανός;
Τελευταία νύχτα στην πόλη. Ένα τηλέφωνο χωρίς σήμα, ένα κορίτσι που κλαίει όταν κάνει έρωτα, βρεγμένα σεντόνια, ο θόρυβος από το ερκοντίσιον. Κλειδωμένες πόρτες. Δάκρυα. Γιατί φεύγεις;
Δεν μπορείς να τον αφήσεις; Φοβάσαι να πεις αντίο; Σκέφτεσαι μήπως δεν γυρίσει;
Εγώ πάντα επιστρέφω, είπε απειλητικά αλλά στα χείλη της ακούστηκε σαν υπόσχεση.
Δακρύζεις στους χωρισμούς;
Πού θες να πας διακοπές; Εκεί που θα πας εσύ.
Έχεις φύγει; Με ποιον; Οι άνθρωποι είναι πιο σημαντικοί απ’ τα μέρη.
Κλείσε τη βαλίτσα. Πήρες ό,τι χρειάζεσαι; Τα ρούχα που σ’ αρέσουν; Τον σκέφτεσαι όταν ντύνεσαι το πρωί;
Θέλεις να του γράψεις κάτι μικρό για να διαβάζει και να σε θυμάται όταν δεν σ’ έχει; Ν’ αγγίζει τα γράμματα απαλά όπως το σώμα σου;
Μη διαβάσεις αυτό το γράμμα πριν περάσουν 10 μέρες. Πριν σου λείψει πολύ.
Προτιμάς τις σκληρές αλήθειες ή τα γλυκά ψέματα;
Ζέστη. Έρημη πόλη. Κολλάνε οι μηχανές, στ’ αμάξια ανάβουν όλα τα φωτάκια, ένδειξη «πρόβλημα». Κάκτοι στροβιλίζονται στην Ακαδημίας, καυτός άνεμος στις ξεραμένες όχθες της Πανεπιστημίου. Κροταλίες σφυρίζουν κάτω απ’ τα εγκαταλελειμμένα αμάξια, καγκουρό πηδάνε και χάνονται. Οφθαλμαπάτες στην κόκκινη έρημο, ψευδαισθήσεις στην γκρίζα αστική έρημο της άδειας πόλης.
Υπάρχει μια πτήση απόψε, είναι ώρα να φύγεις.
Φοβάσαι να φύγεις μόνος; Η μοναξιά έχει πλεονεκτήματα.
Μην το παρακάνεις. Μια λεπτή γραμμή χωρίζει το μοναχικό άνθρωπο από το φοβισμένο ερημίτη. Και ακόμα πιο λεπτή είναι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον ερημίτη και το μνησίκακο άνθρωπο.
Τι ώρα είναι; Ξημερώνει, ώρα να φύγεις.
Τι σκέφτεσαι; Τι νιώθεις; Ποιος είσαι;
Τι μας έχει συμβεί; Τι κάναμε ο ένας στον άλλον;
Πόσο καλά πιστεύεις πως γνωρίζεις αυτόν που αγαπάς;
Θα μ’ αφήσεις ν’ αγγίξω την καρδιά σου;
Η καρδιά χτυπάει 101.000 φορές τη μέρα. Άγγιξε το στήθος μου. Σ’ αρέσει;
Θέλω να με σφίξεις στην αγκαλιά σου. Δεν θέλω να με πλησιάζεις πάρα πολύ. Θέλω να με μαζεύεις τα βράδια όταν χάνομαι. Δεν θέλω να ξέρεις πού βρίσκομαι. Θέλω να είμαι μαζί σου. Θέλω να χαθώ κάπου που κανένας δεν θα μπορεί να με βρει.
Δεν μπορούμε να τα ’χουμε όλα. Όταν το καταλάβεις αυτό, μπορείς να πας παρακάτω.
Θέλεις να μείνεις μόνος σου;
Γιατί τρέμουν τα χέρια σου;
Έχεις λίγες ώρες ακόμα. Ξεχνάς τίποτα; Μπορείς να κοιμηθείς λίγο. Φοβάσαι τα όνειρα;
Κλειδιά, εισιτήρια, λεφτά, τηλέφωνο. Κλείσε το ψυγείο. Ας χαλάσουν. Ελαττωματικό ψυγείο. Ο καταψύκτης πιάνει πάγο. Το υπόλοιπο δεν έχει ψύξη. Παγώνεις όταν πρέπει να φλέγεσαι; Καις τις λάθος ώρες;
Τι είναι αυτό που σε διεγείρει; Που σε συγκινεί;
Σε ξέρω; Ξέρεις τι ψάχνω;
Υπάρχει κάποιος που θα σε ψάξει; Κάποιος που θα του λείψεις;
Κλείσε την πόρτα. Φύγε. Μην το σκεφτείς δεύτερη φορά. Κλείδωσε την πόρτα. Άνοιξε τα μάτια. Την καρδιά σου. Ξημέρωσε. Είναι ο Αύγουστος του 2012 που έρχεται μονάχα μια φορά στην ιστορία και δεν θα ξανάρθει ποτέ πια.


*Edito 402 του Φώτη Γεωργελέ στην Athens Voice


...



Διάβασα αυτό το κείμενο του Φώτη Γεωργελέ.
Με τσάκισε.
Θυμήθηκα ένα άλλο, παρόμοιο, που είχε γράψει πριν από κάμποσα χρόνια ίδια εποχή... Είχα κόψει το απόκομμα από την εφημερίδα και το είχα κολλήσει στο φοιτητικό μου δωμάτιο. Τα χρόνια περνούσαν και η σελίδα του χαρτιού κιτρίνιζε. Είναι περίεργο, αλλά κάθε χρόνο, κάθε καλοκαίρι που ερχόταν, ένιωθα να καταλαβαίνω όλο και πιο πολύ τα νοήματα πίσω και ανάμεσα στις λέξεις.

Χρόνια μετά, πρώτη μέρα διακοπών, πρώτο πρωινό στην Αθήνα, διαβάζω το κείμενο.
Οι λέξεις χτυπούν στα αυτιά μου δυνατά, αλλά το νόημά τους χτυπάει στην καρδιά μου ακόμα δυνατότερα. Σωριάζομαι στο κρεβάτι. Κι αυτά τα δάκρυα από πού ξεφύτρωσαν; 

Πρώτη μέρα στην πόλη μου. 
Μου;
Τι περίεργα παιχνίδια παίζουν καμιά φορά οι αντωνυμίες.
Μου.
Πόσο μου τελικά;

Πάμε πίσω.
Τελευταία βράδια στη Βαρκελώνη.
Στιγμές στο σπίτι μου.
Άλλο ένα μου.
Παλεύουν μέσα μου τα μου μου.
Στο μπαλκόνι καθισμένη κοιτάω μια το δρόμο, μια τη θάλασσα.
Μοναξιά.
Αγαπάω τη μοναξιά.
Την ησυχία, τις στιγμές με τον εαυτό μου.
Μένω μόνη, απομακρύνομαι, 
στο σπίτι μου, 
στο χώρο μου, 
στις γωνιές μου.
Αυτές τις γωνιές που τις έφτιαξα μία-μία, τρία χρόνια τώρα, με αγάπη, με μεράκι.
Αυτές τις γωνιές που τις έκανα δικές μου, κατάδικες μου. 
Τελευταίο βράδυ, ψελίζω-σχεδόν διστακτικά- στον εαυτό μου: δε θέλω να φύγω, θα μου λείψει το εδώ μου. 
Τι σου είναι καμιά φορά ο άνθρωπος.
Ταλάντευση. 
Εγώ που μετρούσα τις μέρες αντίστροφα μέχρι τις διακοπές στην Ελλάδα, τώρα σκέφτομαι πόσο θα μου λείψει η Βαρκελώνη.

Γιατί τα πιο ωραία χρώματα ο ουρανός τα παίρνει πάντα τις μέρες που φεύγουμε;

Κλείνω την πόρτα πίσω και φεύγω.

Αθήνα. 
Πρώτο βράδυ θέλω να δω τα φώτα της πόλης.
Από ψηλά.
Λυκαβηττός.
Αυτή η θέα μου θυμίζει ότι κάποτε υπήρξα καθημερινό κομμάτι αυτού του εδώ που τώρα με ξενίζει.
Νοσταλγώ κάτι που δεν ξέρω τι είναι.

Πόσα χρόνια έχει πάψει η Αθήνα να είναι καθημερινότητά μου;
Τι έχει αλλάξει στο μεταξύ;
Πόσο έχω αλλάξει στο μεταξύ;

Προσπαθώ να με θυμηθώ να ζω στην Αθήνα.
Ψάχνω στα ντουλάπια της μνήμης.
Είμαι τριτοετής στη Φιλοσοφική.
Εκείνη η χρονιά είναι ίσως η τελευταία που με θυμάμαι να ζω την πόλη, να ζω στην πόλη.
Μετά Παρίσι, μια ολιγόμηνη μεταβατική επιστροφή και ύστερα Βαρκελώνη.
Πάνε πέντε χρόνια από τότε.
Οι αναμνήσεις μου εδώ είναι μακρινές κι αυτό με φοβίζει.
Συνειδητοποιώ ότι ουσιαστικά την καθαρά ενήλικη ζωή μου, την έχω εδραιώσει εκτός Ελλάδας.
Τι σημαίνει αυτό;

Άραγε θα μπορέσω ποτέ να πιάσω το νήμα από εκεί που το άφησα;

Φοβάμαι να γράψω αυτό που σκέφτομαι, φοβάμαι ακόμα και να το σκέφτομαι.
Γεφυρώνεται το χάσμα ανάμεσα στο τότε και στο τώρα;
Ανάμεσα σε αυτό που άφησα και σ' αυτό που θα βρω;

Και οι ανθρώπινες σχέσεις;
Αντέχουν στην απόσταση; Αντέχουν την απόσταση;
Συντηρούνται; Κρατιούνται;
Επιβιώνουν;

Οι άνθρωποι περνάνε "δίχως να κοιτάνε τη δικιά σου μελαγχολία".
Λείπεις ή μου λείπεις;
Τελικά ποιοι είναι αυτοί που θα σε ψάξουν πραγματικά, 
ποιοι είναι αυτοί που θα τους λείπεις;

Πόσο εύκολο είναι να νιώσεις ξένος στην ίδια σου την πόλη;
Ξένος ανάμεσα σε ανθρώπους που κάποτε αναγνώριζες ως δικούς σου;

Ξέρεις κάτι;
Έχεις δίκιο.
Δεν μπορείς να τα φροντίσεις όλα, ποτέ δεν μπορείς να τα φροντίζεις όλα.
Δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα.

Όταν το καταλάβω αυτό, ίσως μπορέσω να πάω παρακάτω.




Μαρία, 
26.07.2012
Αθήνα...