Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

Σαν μια κοπέλα σε πίνακα του Hopper...








Στο βιβλίο που διαβάζω ένας αγαπημένος συγγραφέας περιγράφει τη γυναίκα της ζωής του σαν μια κοπέλα από πίνακα του Hopper. Την περιγράφει τόσο όμορφα, τόσο ιδιαίτερα, τόσο βαθιά, τόσο απλά, αλλά και τόσο ουσιαστικά.

Και σκέφτομαι πόσες φορές θα ήθελα να με περιγράψει και μένα κάποιος σαν μια κοπέλα από πίνακα του Hopper. Αυτήν που ατενίζει το παράθυρο καθισμένη σε ένα κρεβάτι ενός άδειου δωματίου. Ή εκείνη που αργά τη νύχτα στέκεται σε μια πολυθρόνα και χαζεύει το δρόμο. Μα πιο πολύ θα ήθελα να υπήρχε κάποιος που "θα άγγιζε την έκταση της στοργής και της θλίψης μου" και θα έβλεπε σε μένα αυτήν την κοπέλα που πάντα ήμουν, αυτήν τη γυναίκα που γίνομαι. 

Διαβάζω την περιγραφή και τα ματιά μου γεμίζουν δάκρυα, από μια θλίψη σχεδόν απαισιοδοξία ότι τα χρόνια περνάνε, ο καιρός περνάει κι ίσως δε σταθώ τυχερή, ίσως η ζωή δε φέρει ποτέ στο δρόμο μου αυτόν που θα με δει σαν την κοπέλα από τον πίνακα του Hopper. Αυτόν που θα με δει ακριβώς όπως είμαι, σε όλες τις διαστάσεις, σ' αυτά που λέω και σ' αυτά που δε λέω. Και πιο πολύ φοβάμαι μην αφεθώ, μην με παρασύρει κι εμένα ο χρόνος, μην τυχόν πω κι εγώ, δε βαριέσαι, αυτά δε συμβαίνουν, αυτό το απόλυτο δεν υπάρχει, κι αν υπάρχει δεν το βρίσκουν όλοι... Και φοβάμαι μην πάψω να το περιμένω και συμφιλιωθώ με την ιδέα ότι ίσως δεν έρθει ποτέ. 



Μ.
27.09.2015
Βαρκελώνη

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

Μεταβατικές σκέψεις...








Πρώτη εβδομάδα στη Βαρκελώνη, επιστροφή στην πραγματικότητα, επιστροφή στη νέα πραγματικότητα. Έχουν περάσει μόνο λίγες μέρες και μου φαίνεται σαν να είναι τόσος καιρός από τότε που μύριζα το γιασεμί του χωριού, κοιτούσα το φεγγάρι να βγαίνει, καθόμουν στο χαγιάτι για να χαζέψω τη θάλασσα...

Γύρισα και στη Βαρκελώνη είναι ήδη φθινόπωρο, με σύννεφα και βροχή, και ζακετάκια για την πρώτη ψύχρα. Ήταν ένα όμορφο και γεμάτο καλοκαίρι, αλλά μου φάνηκε, πώς να το πω, πως τέλειωσε κάπως απότομα, τσακ και τέλος, χωρίς μια περίοδο μετάβασης, χωρίς να προλάβω να καταλάβω ότι αλλάζει η εποχή, η μία φεύγει η άλλη έρχεται. Το αεροπλάνο που με πήρε μια ζεστή νύχτα από την Αθήνα και με προσγείωσε ξημερώματα στη δροσερή Βαρκελώνη. Αυτή ήταν η μετάβαση από τη μία εποχή στην άλλη- από την ξεγνοιασιά του καλοκαιριού στις ευθύνες του φθινοπώρου- ένα αεροπλάνο, μία πτήση, τρεις ώρες. 

Και προσγειώθηκα. Ναι, προσγειώθηκα, προσέκρουσα στη γη. Απότομα, χωρίς να το καταλάβω. Και μετά ήρθε ένα τρένο και με πήγε ψηλά, στα βουνά, λίγο έξω από την πόλη, κι εγώ κοιτούσα, κοιτούσα, τα τεράστια δέντρα, το πράσινο, τους δρόμους, τις στάσεις με ονόματα που δεν ξέρω, τους ανθρώπους, και ήταν όλα, όλα καινούργια. Και μετά έφτασα στην καινούργια δουλειά, στη νέα μου καθημερινότητα. Κι ήταν όλα τόσο καινούργια κι εγώ κοιτούσα σαν χαμένη, ζαλισμένη από τη μετάβαση, από το εδώ και το εκεί που πάλι μπλέχτηκε μέσα μου, από τη διαφορά ώρας, εποχής, φάσης, διάθεσης.

Και μετά, βράδυ πια, πήρα το τρένο προς την αντίθετη κατεύθυνση, προς το σπίτι, κουρασμένη από την πρώτη μέρα της επιστροφής, με τις σκέψεις κουβάρι. Και μου έλεγα "κάθε αρχή και δύσκολη", αλλά μετά όλα θα στρώσουν, θα το δεις. Και πάλι σκεφτόμουν, μήπως έπρεπε να μείνω στα ίδια, σ' αυτά που τόσα χρόνια ήξερα, σ' αυτά που δε με φοβίζουν; Και μετά ξαναέλεγα, όχι, όχι, πρέπει να θυσιάζουμε ένα μέρος της ασφάλειάς μας για να προχωράμε. Για να εξερευνούμε τα όριά του εαυτού μας. Και θυμήθηκα εκείνη τη φράση του Mark Twain και όσα είχα γράψει και πιο παλιά

Sail away from the safe harbor. 
Explore.
Dream.
Discover.

Αλλά για να ανακαλύψουμε πρέπει πρώτα να φύγουμε από το σίγουρο λιμάνι. Το τι μας έδωσε αυτός ο απόπλους θα το καταλάβουμε αργότερα. Ίσως το επόμενο καλοκαίρι, όταν θα ξαναμυρίζω το γιασεμί της αυλής μας να έχω μάθει κάτι παραπάνω για μένα, για τα όριά μου. Να έχω προχωρήσει, έστω και ένα βήμα.


Μ.
11.09.2015
Βαρκελώνη






Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

Μεταμεσονύχτιο...



Αυτή η συγκεκριμένη θέα της  Αθήνας από ψηλά πάντα θα με ηρεμεί.

Χρειάζομαι λίγη ηρεμία μετά τις μέρες που προηγήθηκαν. Πόσες αλλαγές, πόσες εξελίξεις... Τελικά όντως "η ζωή ξέρει" κι εμείς πρέπει να την εμπιστευόμαστε. 

...

Ξέρεις ποιο είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα με τις καινούργιες εξελίξεις; Την Σάντα Ρίτα! Ναι, εκείνη την Αγία του Ανέφικτου. Θυμάμαι όταν γύρισα τον Ιούνιο από τη Νέα Υόρκη έχοντας μάθει τη μη εκπλήρωση αυτού που τόσο περίμενα, μπήκα στο σπίτι και αμέσως έψαξα τα τριανταφυλλάκια της Σάντα Ρίτα. Τα κοίταξα και σκέφτηκα "κοίτα να δεις, φέτος δε μου έκανε τη χάρη..." Κι όμως! Το ανέφικτο έρχεται εκεί που δεν το περιμένεις τελικά! Και η Σάντα Ρίτα είναι η Αγία μου, πάει και τελείωσε! 

...

Καινούργια αρχή, λοιπόν. Κάθε αρχή και δύσκολη. Το στομάχι μου τις τελευταίες μέρες έχει γίνει κόμπος. Κοιμάμαι ελάχιστα. Η αγωνία του νέου ξεκινήματος. Θα τα καταφέρω; Αντέχω; Μέχρι πού μπορώ να φτάσω; Ναι, αλλά αυτό δεν ήθελες;, θα μου πεις. Ναι, αυτό ήθελα. Ή περίπου αυτό. Αλλά φοβάμαι κιόλας. Το άγνωστο. Το πάλι από την αρχή.

...

Μεσάνυχτα Τετάρτης σ' ένα μπαρ στο Χολαργό. "Θα σας τα πω εσάς, γιατί αν είναι να βάλω τα κλάμματα από την αγωνία και το άγχος, καλύτερα να το κάνω εδώ, σε σας. Στο σπίτι δε θέλω να με δουν να φοβάμαι." Το λέω στην Ο. και στην Κ. "Μάλλον με πήρανε". Τα ποτήρια τσουγκρίζουν. Το προηγούμενο βράδυ, τότε που ακόμα δεν είχαμε ιδέα για το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, οι ίδιες φίλες τσουγκρίσαμε στο "να συμβεί το καλύτερο". Ό, τι κι αν είναι αυτό. 

Και το καλύτερο συνέβη τελικά. 

Τσιν-τσιν. Είναι ωραίο οι φίλοι σου να χαίρονται με τις χαρές σου.

... 

Στο σπίτι δε θέλω να με δουν να φοβάμαι, αλλά οι γονείς πάντα ξέρουν. Θα τα καταφέρεις, θα μάθεις. Οι γονείς, εκτός από ότι ξέρουν, έχουν κι αυτόν το μαγικό τρόπο να σε ηρεμούν. Δεν είναι ότι κάνουν κάτι. Είναι ότι είναι εκεί. Κι αυτό αρκεί. Ελάτε, απόψε θα σας κεράσω για την καινούργια μου αρχή. Σ' αυτήν την ταράτσα με θέα την πόλη μας. 

Τρία ποτήρια. Δύο ουίσκι και μία σανγκρία. 
Τσιν-τσιν.
Καλή αρχή, παιδάκι, λένε. 
Πόσο σας αγαπώ. Πόσο σας χρειάζομαι. Πόσο τυχερή είμαι που σας έχω.

...

Ξαπλωμένη στο κρεβάτι του παιδικού μου δωματίου μιλώ στο τηλέφωνο. Στην άλλη γραμμή, Βαρκελώνη. 'Ελα, πότε θα γυρίσεις επιτέλους; Ευτυχώς ζύγωσαν οι μέρες. Έλα και φθινοπώριασε. Σε περιμένω στο σπίτι μας.

...

Η ώρα κοντεύει τρεις και πάλι δε με παίρνει ο ύπνος. Νιώθω κάπως πιο ήρεμη. Όλα θα πάρουν το δρόμο τους. Και αν μπορώ να χαμογελώ είναι γιατί ξέρω πώς όποιο δρόμο και να πάρουν τα πράγματα, τον καλό ή τον όχι και τόσο ευχάριστο, υπάρχουν κάποιοι που θα μου πουν "μη φοβάσαι". Και δεν είναι ότι θα κάνουν κάτι. Είναι ότι θα είναι εκεί. Κι αυτό αρκεί. 

...

Κλείνω τα μάτια. Νιώθω ευγνωμοσύνη.
Για όσα έχω. Για όσους έχω.

Καλό ξημέρωμα.




Μ.
03.09.2015
Αθήνα

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2015

Οι πόρτες που κλείνουν, οι πόρτες που ανοίγουν...


Το είδα τελικά. 

Αυτό που πριν από δύο μήνες έγραφα δειλά, ενώ τα μάτια μου ήταν ακόμα υγρά και μελαγχολικά από εκείνη τη μη εκπλήρωση, αποδείχθηκαν τελικά αλήθεια. 

"Σήμερα έκλεισε μια πόρτα, αύριο θα ανοίξει μια άλλη".

Συμπέρασμα: να σηκώνεσαι και να κοιτάς μπροστά. 


Μ. 
Αθήνα
01.09.2015

Συμπεράσματα της τελευταίας μέρας...






Σήμερα είναι η τελευταία μέρα στη Νέα Υόρκη. Αποφάσισα να κάνω μια τελευταία βόλτα στο Central Park. Κατέβηκα στη στάση 96st με Central Park West και ήρθα να περπατήσω γύρω από το Jacqueline Kennedy Onassis Reservoir που είναι το αγαπημένο μου κομμάτι του πάρκου. Υπάρχει μια μεγάλη λίμνη και γύρω γύρω ξεπροβάλλουν οι ουρανοξύστες. 

Σήμερα είναι η τελευταία μου μέρα στη Νέα Υόρκη. Πέρασαν κιόλας δυο εβδομάδες στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ατέλειωτες ώρες περπατήματος και μοναξιάς, πολλές σκέψεις και συμπεράσματα. 

Σήμερα είναι η τελευταία μου μέρα στη Νέα Υόρκη. Η τύχη τα έφερε έτσι ώστε το πρωί να ξυπνήσω με μια άσχημη είδηση: κάτι που περίμενα πολύ δεν ήρθε τελικά. Τώρα κάθομαι σε ενώ παγκάκι και μέσα μου χορεύουν τόσα συναισθήματα, η λύπη, η απογοήτευση, η αγωνία για το μέλλον τώρα που μια πόρτα έκλεισε, la desilusión που λένε και οι Ισπανοί. Ταυτόχρονα κοιτάω γύρω μου, πόση ομορφιά σ’ αυτό το πάρκο. Μια στιγμή μοναδική που δεν θα επαναληφθεί και γι αυτό δε θέλω να τη συνδέσω με άσχημα συναισθήματα. Μια συγγραφέας που αγαπώ πολύ λέει ότι η Νέα Υόρκη είναι η πόλη των τσακισμένων ονείρων. Το δικό μου όνειρο δεν είχε να κάνει με αυτήν την πόλη, αλλά κοιτά που με πέτυχε εδώ η μη εκπλήρωση του, κάτι που με κάνει να ψάχνω σύνδεση με αυτήν τη φράση. 

Σήμερα είναι η τελευταία μέρα στη Νέα Υόρκη και δε θέλω να κυλάνε δάκρυα στα μάγουλά μου. Θέλω να θυμάμαι μια ωραία στιγμή που με βοήθησε να δω τα πράγματα αλλιώς. Ο αέρας φυσάει και μου παίρνει τα μαλλιά, είναι τόσο ανακουφιστικά μετά τις μέρες καύσωνα που περάσαμε τελευταία. Όλα μοιάζουν τόσο ήρεμα, στα νερά της λίμνης κολυμπάνε πάπιες. Μπροστά σ αυτήν την ήρεμη στιγμή θέλω να ανασυγκροτηθώ. Να βάλω νέους στόχους. Σκέφτομαι τα θετικά: είμαι εδώ και είμαι καλά. Αύριο θα είμαι στο σπίτι μου, όπου με περιμένει κάποιος που μου έλειψε πολύ. Το καλοκαίρι είναι μπροστά. Η ζωή είναι μπροστά.

Σήμερα είναι η τελευταία μέρα στη Νέα Υόρκη. Κοιτάζω μια τελευταία φορά τους ουρανοξύστες και λέω "δε φεύγω λυπημένη. Σήμερα έκλεισε μια πόρτα, αύριο θα ανοίξει μια άλλη."


Θα το δεις.


M.
NYC, Central Park
24.06.2015