Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

Calle Marina...









Απόψε είναι το τελευταίο βράδυ στο διαμέρισμα της calle Marina. Μετά από οκτώ όλοκληρα χρόνια απόψε η πόρτα θα κλείσει και δεν θα ξανανοίξει. Απόψε είναι η τελευταία φορά που κοιτάω τη Σαγράδα Φαμίλια από το μπαλκόνι. Η τελευταία φορά που κοιτάζω τη θάλασσα, την ξανθιά κυρία του απέναντι διαμερίσματος με τις αμέτρητες γλάστρες της. Την πίσω θέα, το πάρκο, τα απλωμένα ρούχα, τα φωτισμένα παράθυρα. Είναι οι τελευταίες ώρες σ'αυτο το μπαλκονάκι, το τόσο στενό, αλλά τόσο δικό μου. Τελευταίες ώρες σ'αυτό το φυστικί τραπεζάκι που έβαψα μόνη μου και πέρασα σ'αυτό τόσα πρωινά, απογεύματα, βράδια. Το λάτρεψα αυτό το μπαλκονάκι. Νιώθω ότι του άφησα ένα κομμάτι από την ζωή μου. Απ'αυτό τα πρωινά έβλεπα από ψηλά την πόλη να ξυπνάει. Τα απογεύματα έβλεπα τον ήλιο να πέφτει και να βάφει τον ουρανό πορτοκαλί και μωβ. Τα βράδια άκουγα τον ήχο της πόλης. 







Πόσα συναισθήματα, πόσα πράγματα χώρεσαν μέσα στους τοίχους αυτού του ψηλοτάβανου σπιτιού; Χαρά, προσμονή, ilusión, αγωνία, μοναξιά, αγάπη, έρωτας, γέλια, κλάματα, απελπισία, νοσταλγία, μελαχγολία, τραγούδια, εκπλήξεις... Οκτώ χρόνια. Πόσες σκηνές μέσα σ'αυτά τα οκτώ χρόνια. Η άφιξη με τη μαμά εκείνον το Σεπτέμβρη του 2009. Όταν είχα βρει αυτό το σπίτι πίστευα ότι ήταν σχεδόν καρμικό. Στο πρώτο μου ταξίδι στη Βαρκελώνη, πολλά χρόνια πριν, ένα απόγευμα επισκέφτηκα την Σαγράδα Φαμίλια. Εκείνο το απόγευμα, μετά την επίσκεψη, κι ενώ βρισκόμουν στη γωνία των οδών Marina-Mallorca κοίταξα τον ουρανό... Είχε ένα υπέροχο χρώμα, τα μπαλκόνια του Eixample μου είχαν φανεί τόσο όμορφα, όλα ήταν τόσο υπέροχα εκείνη τη στιγμή, που  με είχε πλημμυρίσει ένα συναίσθημα που δεν ξέρω πώς να το περιγράψω, αλλά ήταν ένα συναίσθημα γνώριμο- το είχα νιώσει και στο Παρίσι κάποια άλλη φορά- και μία σκέψη: θέλω κάποτε να ζήσω σ'αυτήν την πόλη. Όταν βρήκα το σπίτι αυτό και έψαξα στον χάρτη να δω πού είναι βρήκα ότι ήταν ακριβώς εκεί, σ'εκείνον τον δρόμο που κάποτε είχα νιώσει ότι θα ήθελα να ζήσω σ'αυτήν την πόλη. Τίποτα δεν είναι τυχαίο.

Το αγάπησα πολύ αυτό το σπίτι. Ήταν παλιό και έβγαζε πολλά προβλήματα, αλλά εγώ το αγάπησα. Το έκανα δικό μου. Σιγά-σιγά απέκτησε κάτι από μένα. Στους τοίχους του έφτιαξα κολάζ με εφημερίδες και φράσεις που αγαπούσα. Το είχα δει παλιότερα σε διάφορα καφέ στο Παρίσι και μου άρεσε. Η μαμά μου γινόταν έξαλλη όταν τα έβλεπε-έλεγε ότι πιάνουν σκόνη!- ούτε και σένα σου άρεσε πολύ, -έλεγες ότι ήταν πολύ φοιτητικό.... Ίσως και να 'ταν, αλλά εγώ τα αγαπούσα. Δεν ξέρεις ότι αυτά τα κολάζ στους τοίχους κάποτε με βοήθησαν να γλιτώσω την κατάθλιψη μιας δύσκολης περιόδου. Για μένα αυτό το κολάζ ήταν, είναι κάτι παραπάνω από χαρτιά στους τοίχους.





Σε έναν άλλο τοίχο είχα φτιάξει ένα κολάζ με τις αγαπημένες μου ισπανικές λέξεις. Για χρόνια, κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ διάλεγα μια λέξη που περιέγραφε το πώς ένιωθα εκείνη τη στιγμή... Απόψε δεν ξέρω ποια θα διάλεγα. Ίσως ένα tal vez, ίσως. Η αμφιβολία για το μετά. Ή vida, ζωή, η ζωή που προχωράει. 

Δίπλα στην πόρτα είναι ο τοίχος με τα χαρτάκια όσων πέρασαν από το σπίτι της c/Marina. Μία ευχή από κάθε φιλοξενούμενο. Τα χαρτάκια αυξήθηκαν πολύ με τον καιρό και μέσα στα οκτώ αυτά χρόνια γέμισαν ολόκληρο τον τοίχο, από πάνω μέχρι κάτω. Τα χαζεύω τώρα και σκέφτομαι πόσο όμορφα περάσαμε με όσους με επισκέφτηκαν και πέρασαν λίγες μέρες σ'αυτό το διαμέρισμα... Πόση αγάπη σ'όλα αυτά τα μικροσκοπικά χρωματιστά ποστ-ιτ. Πώς να μου πάει η καρδιά να τα ξεκολλήσω ένα-ένα;

Στο σαλόνι είναι η πράσινη μεγάλη πολυθρόνα. Την είχα βρει εκείνον τον πρώτο χρόνο στα σκουπίδια, μόλις την είχαν αφήσει κάποιοι που άδειαζαν ένα διαμέρισμα κοντά στο Passeig de Gràcia... Ήταν απ'αυτές τις δερμάτινες, βαριές πολυθρόνες γραφείων. Ήταν τεράστια και δεν ήξερα πώς να τη μεταφέρω. Την είχα βρει λίγο πιο κάτω από την Pedrera. Πώς να την πάω σπίτι; Αμφιταλλαντευόμουν για πολλή ώρα. Ούτε, όμως, μπορούσα να την αφήσω. Αποφάσισα να τη σύρω μέχρι το σπίτι! Ναι, να την σύρω! Όταν διηγούμαι την ιστορία με την πολυθρόνα πολλοί δεν την πιστεύουν. Αλλά είναι αλήθεια, την έσυρα εγώ με τα ίδια μου τα χέρια! Από την Pedrera μέχρι την Σαγράδα Φαμίλια! Την ανέβασα μέχρι τον πέμπτο χάρη στην γειτόνισσά μου την Σέρβα που με βοήθησε. Για να την περάσουμε από το στενό διάδρομο στο σαλόνι αναγκαστήκαμε να βγάλουμε τις πόρτες! Η πολυθρόνα μπήκε θριαμβευτικά και δεν ξανάφυγε. "Εκεί μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό, τι τύχει...". Εκεί κάθισε χρόνια μια κοπέλα "που ονειρεύτηκε μεγάλα όνειρα, όπως κι εσύ, όπως κι εγώ άλλωστε" και τώρα δε μπορεί να πει αντίο.

Το πίσω μέρος του σπιτιού βλέπει στις πίσω όψεις των κτιρίων. Πάντα πίστευα ότι αυτή η πίσω θέα την ώρα που δύει ο ήλιος είχε κάτι ποιητικό... Πόσο θα μου λείψει. 






Τα πλακάκια. Χρωματιστά πλακάκια των σπιτιών του Eixample. Ο Ferran, ο  σπιτονοικοκύρης μου, είχε εμμονή μ'αυτά τα πλακάκια. Το πρώτο πράγμα που μου είχε πει ήταν να τα προσέχω γιατί είναι από το 1929! Τώρα πρέπει να πω αντίο στα ρετρό πλακάκια του Ferran, ακόμα κι αυτά θα μου λείψουν. 

Τα πάντα θα μου λείψουν. Όλα έγινα πολύ ξαφνικά και δε μπόρεσα να αποχαιρετίσω αυτό το σπιτάκι όπως θα ήθελα. Ίσως, βέβαια, να είναι και καλύτερα έτσι. Δεν ξέρω πώς θα μπορούσα να το κάνω. Δεν ξέρω ποιος είναι ο κατάλληλος τρόπος, ο πιο ανώδυνος, να αποχαιρετάς κάτι που αγαπάς. Δεν ξέρω καν αν υπάρχει τέτοιος τρόπος. Δεν ήμουν προετοιμασμένη να πω αντίο, τουλάχιστον όχι τώρα, αλλά ίσως να μην ήμουν και ποτέ. Για κάποια πράγματα ίσως δεν υπάρχει ποτέ η κατάλληλη στιγμή, πρέπει απλώς να προχωράς χωρίς να κοιτάς πίσω. Προσπαθώ να βγάλω όσες τελευταίες φωτογραφίες μπορώ. Να θυμάμαι. Εικόνες, γωνιές. 

Η πόρτα θα κλείσει. Κάποια άλλη γειτονιά με περιμένει. Ένα νέο ξεκίνημα. Όσο δυνατή κι αν (προσπαθώ να) είμαι όμως, με φοβίζουν οι αλλαγές. Και με μελαγχολούν τα αντίο. Απόψε δε λέω μόνο αντίο στο πρώτο διαμέρισμα της ενήλικης ζωής μου. Λέω αντίο στη Μαρία της calle Marina. Σ'αυτήν την κοπέλα που εφτασε κοριτσάκι σ'αυτό το διαμέρισμα, μεγάλωσε μέσα σ'αυτό, έγινε αυτό που είναι. Τώρα βγαίνει από την πόρτα και δεν είναι πια η ίδια. 

Η πόρτα θα κλείσει.
Ο κύκλος έκλεισε. Τίτλοι τέλους. 
Δε θέλω να κοιτάξω πίσω. Μπορώ να μην κοιτάξω; 

Η ημερομηνία γράφει: 19 Ιουλίου 2017. 


κι εγώ, όπως γράφει και ο τοίχος...


δεν σταματώ,
ξημερώνει
και φεύγω...













Μ.
19.07.2017
c/ Marina, Barcelona






Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Πήγαινε-έλα...


Πέρυσι αποφάσισα να κάνω ένα δώρο στον εαυτό μου. Ήταν ένα δώρο κατά της νοσταλγίας. Νοσταλγία με την αρχική της σημασία, άλγος για τον νόστο, πόνος για την επιστροφή. Για την επιστροφή στη ζωή στην Αθήνα, στους φίλους, στην οικογένειά μου, στην πόλη μου. Το κατάφερα. Από τον Γενάρη και μετά βρίσκομαι κάθε μήνα στην Αθήνα. Πολλά ταξίδια, πολλές διαδρομές, Βαρκελώνη-Αθήνα, Αθήνα-Βαρκελώνη και πάλι από την αρχή. Κάποια από αυτά τα ταξίδια δεν ήταν έτσι όπως τα περίμενα, για λόγους που τότε δεν μπορούσα να προβλέψω. Κάποια άλλα ήταν πιο όμορφα και με γέμισαν χαρά. 

Μέσα σ' αυτό το συνεχές πήγαινε-έλα, κέρδισα κάτι πολύτιμο που ήταν χρόνος με τους δικούς μου ανθρώπους, κέρδισα παρουσία. Συνεχή παρουσία. Ο χρόνος δεν ξέρω αν ήταν αυτό που λένε «ποιοτικός»- τις περισσότερες φορές ήταν λίγος και δεν έλειπε το άγχος και τρέξιμο. Βέβαια δεν ξέρω τελικά αν αυτή η έκφραση έχει κάποιο νόημα. Τι θα πει ποιοτικός χρόνος; Ο οποιοσδήποτε χρόνος, ποιοτικός ή μη, είναι χρόνος κι αυτό μετράει. Σ' αυτά τα πήγαινε-έλα μου φέτος κατάφερα να ζήσω λίγο περισσότερο την καθημερινότητα των δικών μου ανθρώπων χωρίς να είναι γιορτές ή διακοπές, χωρίς χρυσόσκονες. Μπόρεσα να φάω με τους γονείς μου το μεσημέρι μετά τη δουλειά τους. Να με βοηθήσει ο μπαμπάς να ετοιμάσω κάτι- είχα ξεχάσει πώς είναι να σε βοηθάνε. Μπορέσαμε να δούμε όλοι μαζί τηλεόραση ένα βραδύ. Έτσι απλά. Μπόρεσα να δω να μεγαλώνει ο πιο μικρός μου φίλος- το μωράκι μιας πολύς καλής μου φίλης. Μπόρεσα να περάσω ένα πρωινό μαζί τους, έτσι χωρίς πρόγραμμα, μιλώντας και παίζοντας. Μπόρεσα να πάω στις πρόβες νυφικού μιας άλλης πολύ καλής φίλης. Μπόρεσα να είμαι μαζί της σ’ αυτές τις χαρούμενες προετοιμασίες. Μπόρεσα να είμαι δίπλα στους φίλους μου στα προβλήματα που συνάντησαν, μπόρεσα να κάνω συζητήσεις που δεν ήταν ευχάριστες αλλά που ίσως κάπου να βοήθησαν. Μπόρεσα να είμαι εκεί. Μπόρεσα να δω τον παππού μου, τη γιαγιά, τους θείους μου. Μπόρεσα να ξαναδουλέψω λίγο στην Αθήνα, μπόρεσα να δω πώς είναι να σε παρασέρνουν και πάλι οι ρυθμοί αυτής της χαοτικής πόλης. Βρέθηκα σε δημόσιες υπηρεσίες και θυμήθηκα πόσο πίσω μου έχω αφήσει αυτό το χάος. Μπόρεσα να δω και άλλες υπηρεσίες που κάτι έστω πήγαινε καλύτερα και είπα κοίτα, να, ίσως υπάρχει ελπίδα.

Μέσα σ' αυτό το πήγαινε-έλα συνέβησαν όμορφα και λιγότερο όμορφα. Μέσα σ' αυτό το πήγαινε έλα, ό, τι κι αν συνέβη, ήμουν παρούσα.


Μέσα στα τόσα πήγαινε-έλα βρέθηκα αρκετές φορές να φλερτάρω με την ιδέα της επιστροφής, κάποιες στιγμές πιο έντονα από άλλες. Σχεδόν μια δεκαετία μακριά και βαραίνει πολύ η απόσταση, βαραίνει πολύ ο νόστος. Βαραίνει πολύ το εδώ που (μου) λείπει από το εκεί. 

Μέσα στα τόσα πήγαινε-έλα ίσως λειάνθηκε κάπως η νοσταλγία, τουλάχιστον κατάφερα- για λίγο- να αποβάλω αυτό το δυσάρεστο συναίσθημα, αυτόν τον κόμπο που με ακολουθούσε σε κάθε μου αναχώρηση. 

Αυτός ο όμορφος κύκλος των πήγαινε-έλα σε λίγο θα κλείσει και δεν ξέρω αν θα είμαι ξανά τόσο τυχερή ώστε να τον επαναλάβω.  Μπροστά μου σε λίγο θα ξεκινήσει μια άλλη χρονιά, αβέβαιη και θολή που δεν ξέρω που θα με βγάλει. Η ιδέα της επιστροφής θα παραμείνει ακόμα λίγο στο συρτάρι με τα προσεχώς. Δεν κατάφερε να βρει (ακόμα;) το δρόμο της προς την πραγμάτωση. Θα τον βρει άραγε ποτέ; Θα τα καταφέρει; (Θέλει να τα καταφέρει;) 

Αναπάντητα ερωτήματα και απολογισμοί εν όψει καλοκαιριού και μιας αυλαίας που πέφτει. Προβληματισμοί και σκέψεις. Ίσως φταίει και η συσσωρευμένη κούραση της χρονιάς. Ίσως η ανασφάλεια. Ίσως φταίνε οι πόρτες που κλείνουν, οι κύκλοι που ίσως κλείνουν. 

Σίγουρα κάπου παρακάτω θα ανοίξουν καινούργιοι δρόμοι. Μένει μόνο να περιμένουμε για να δούμε πού οδηγούν. 


Μ.
Πτήση Αθήνα-Βαρκελώνη
27.06.2017



-->

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

31 και συνεχίζουμε...



Αθήνα, Μάιος 2017.

Γενέθλια. 
Από τα πιο όμορφα, τα πιο ξεχωριστά. 
Τα γιορτάζω με τόσους δικούς μου ανθρώπους. Με τόσο δικούς μου ανθρώπους. 
Πάρτυ στο πάτρικο.
Πάρτυ. Κανονικό πάρτυ, με χορό, κοκτέιλ, γέλια, πολύ κόσμο.
Είναι όλοι δίπλα μου. Δεν το πιστεύω. Κατάφερα να τους μαζέψω όλους!
Είναι δίπλα μου και χαίρονται όσο εγώ.

Είναι ένα όνειρό μου που πραγματοποιείται. Ήθελα να το είχα πραγματοποιήσει πέρυσι που έκλεινα τα 30, αλλά και τα 31 καλά είναι.
31. Πω πω! Τρεις δεκαετίες!

Στο πάρτυ η μία φίλη μου έρχεται με φουσκωμένη κοιλίτσα. Μία άλλη έχει αφήσει το μωράκι της στο σπίτι. Ένας άλλος φίλος έρχεται με το κοριτσάκι της κοπέλας του. Δύο άλλοι φίλοι μου μού φέρνουν μαζί με το δώρο τους και το προσκλητήριο του γάμου τους. 

Μεγαλώσαμε. 

Οι φίλοι μου προχωράνε τις ζωές τους. Η ζωή προχωράει. Μεγαλώνουμε.

Αλλά όπως μου είχε πει και παλιότερα η Ν. "Κι αν μεγαλώνουμε, μεγαλώνουν κι όσα έχουμε ζήσει μαζί..."

Αγάπη.
Το σπίτι έχει πλημμυρίσει απέραντη αγάπη. 
Την νιώθεις στον αέρα. Τη βλέπεις στα βλέματα. Είμαστε μαζί και είμαστε χαρούμενοι.
Τι άλλο να ζητήσει κανείς;
Το φου.
Η ευχή; Πάντα η ίδια. 

Νιώθω ευγνώμων για τα φετινά γενέθλια. Γι αυτές τις καινούργιες αναμνήσεις που δημιουργήσαμε. Στο μυαλό μου τριγυρνάει κι εκείνη η φράση που δε θυμάμαι που την είδα "We didn't realize we were making memories, we just knew we were having fun."

31 και συνεχίζουμε!
Και του χρόνου!



Μαρία, 
Μάιος 2017
Αθήνα

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Paris sera toujours Paris!



Σκηνή 1η

Στο αεροδρόμιο Ορλύ προσγειώνεται το αεροπλάνο μου. Επιστροφή στην παλιά μου πόλη, μετά από πολλά χρόνια. Το Orlybus με αφήνει σε μία γνώριμη γειτονιά, μπροστά στο πάρκο Montsouris. Είναι άνοιξη και τα δέντρα είναι ανθισμένα. Ο ήλιος λάμπει, το Παρίσι την άνοιξη είναι μια άλλη πόλη.


Σκηνή 2η

Ο δρόμος που μένει η φίλη που με φιλοξενεί λέγεται Avenue Reille. Είναι ένας πολύ όμορφος παριζιάνικος δρόμος, με τα τυπικά κτίρια, τα ψηλά δέντρα, την boulangerie του. Σκέφτομαι “Avenue Reille”: σ’ αυτόν τον δρόμο θα φτιάξουμε τις μελλοντικές μας αναμνήσεις. Ανεβαίνω στο διαμέρισμα. Είναι μικροσκοπικό, αλλά πολύ ζεστό. Λατρεύω το παράθυρό του που έχει θέα στις στέγες των κτιρίων. Γιατί άραγε τι άλλο είναι το Παρίσι παρά οι στέγες των κτιρίων του;


Σκηνή 3η

Περπατώ με στόχο έναν γνώριμο αγαπημένο δρόμο: Rue Mouffetard. Έχω αυτήν τη συνήθεια να θέλω να επαναλαμβάνω διαδρομές, να ξαναπερπατώ τους ίδιους δρόμους, στρίβοντας ακριβώς στην ίδια γωνία, σταματώντας μπροστά από τα ίδια κτίρια, πίνοντας έναν καφέ στο ίδιο πάντα καφέ. Γιατί άραγε το κάνω αυτό κάθε φορά που επιστρέφω σε ένα μέρος; Γιατί αυτή η ανάγκη επιστροφής στην ίδια ρουτίνα; Rue Mouffetard, Saint-Médard, Place de la Contrescarpe, Rue du Cardinal-Lemoine, Rue Descartes, Pantheon, La Sorbonne. Η Σορβόννη, η παλιά μου Σχολή. Κοιτάω τους φοιτητές που είναι μαζεμένοι στις εισόδους. Κάποτε ήμουν κι εγώ μία από αυτούς. Πώς πέρασαν έτσι σχεδόν δέκα χρόνια; Η πλατεία της Σορβόννης είναι ίδια, όπως τότε. Πάντα σκέφτομαι τη φίλη μου τη Λ. όταν βρίσκομαι εδώ. Βγάζω μία φωτογραφία και της τη στέλνω. «Σε σκεφτομαι». Παίρνω τη Rue Saint-Jacques και βγαίνω στον Σηκουάνα. Χαζεύω την άνοιξη και το ποτάμι. Η βόλτα συνεχίζει προς Saint Germain, Rue de Rennes, με προορισμό τον Πύργο του Άιφελ. Θυμάμαι πολύ περισσότερα απ’ όσα νόμιζα. Οι δρόμοι έχουν καρφωθεί στο μυαλό μου. Θυμάμαι ακόμα και λεπτομέρειες. Σ’ εκείνο το στενό υπάρχει ένα ανθοπωλείο. Υπάρχει ακόμα; Υπάρχει! Θέλω να βγω στον Πύργο, αλλά πάντα από τον ίδιο δρόμο: Rue de Sainte Dominique. Ενώ περπατάς αμέριμνος ξαφνικά ο Πύργος ξεπροβάλλει πίσω από τα κτίρια. Φτάνω στον Πύργο, και συνεχίζω κατά μήκος του Σηκουάνα. Έχουν απαγορεύσει την διέλευση των οχημάτων στις αποβάθρες. Κόσμος περπατάει, κάνει πικ-νικ, χαζεύει. Εγώ συνεχίζω να περπατάω, να περπατάω, να περπατάω, μέχρι που νυχτώνει πια και λέω να γυρίσω σπίτι.  



Σκηνή 4η

Η νύχτα στο Παρίσι. Ανοίγω την κουρτίνα και χαζεύω τις στέγες και τα φωτισμένα παράθυρα των γειτόνων. Πόσες ιστορίες σε καθένα από αυτά. Βάζω ν’ ακούσω το "April in Paris". Η νύχτα είναι σιωπηλή. Η φίλη μου λείπει και θα έρθει αύριο, οπότε είμαι μόνη στο σπίτι. Θ’ αποκοιμηθώ μόνη μέσα στην παριζιάνικη νύχτα, μετά από τόσα χρόνια.










Σκηνή 5η

Είναι πρωί. Ανοίγω τα μάτια. Έχω αφήσει την κουρτίνα ανοιχτή για να με ξυπνήσει ο ήλιος. Ανοίγω το παράθυρο. Βλέπω το φιστικί τραπεζάκι στην αυλή, τα λουλούδια, τις στέγες. Bonjour, Paris! Φτιάχνω έναν καφέ, βάζω να ακούσω μελωδίες που άκουγα κάποτε. Ετοιμάζομαι.  


Σκηνή 6η

Συνειδητοποιώ πως έχω ξεχάσει τα γαλλικά μου. Αυτήν τη γλώσσα που τόσο δική μου την είχα κάνει κάποτε. Έχω ξεχάσει βασικές λέξεις, έχω χάσει την ευφράδειά μου, ακόμα και την ικανότητα να καταλαβαίνω τους Γάλλους όταν μιλάνε. Πάω να μιλήσω και μου βγαίνουν ισπανικά, καταλανικά, αγγλικά, αλλά όχι γαλλικά. «Γλωσσική φθορά» το λέμε στη γλωσσολογία και είναι ένα πολύ φυσικό φαινόμενο, αλλά ακόμα κι έτσι με στεναχωρεί. Οι γλώσσες που μιλάμε είναι ένα κομμάτι του εαυτού μας, είναι μία ακόμα πλευρά μας. Όταν τη χάνουμε, είναι σαν να χάνουμε κάτι από μας.


Σκηνή 7η

Σε κάθε ταξίδι μου στο Παρίσι δε μπορώ να μην περάσω από τη Μονμάρτη. Θέλω πάντα να επιστρέφω εκεί, γιατί μου θυμίζει τις πρώτες μου μέρες όταν είχα μετακομίσει σ’ αυτήν την πόλη. Το ξενοδοχείο που μέναμε με τη μαμά λίγο πριν εγκατασταθώ στο 15ο διαμέρισμα, ήταν εδώ. Ξαναφέρνω στο νου μου εκείνες τις μέρες. Ξανασκέφτομαι: σχεδόν δέκα χρόνια πριν... Δέκα χρόνια. Δέκα. Το Παρίσι θα είναι πάντα η χρονιά της ενηλικίωσής μου.







Σκηνή 8η

Το ίδιο βράδυ έχουμε δώσει ραντεβού με τη Δ. και με παλιούς και νέους φίλους μπροστά από την Όπερα. Το Παρίσι φωτισμένο είναι μαγικό. Σε ένα ιταλικό εστιατόριο λέμε τα νέα μας. Η νύχτα συνεχίζει κάπου κοντά στο κανάλι Saint-Martin. Σιγά-σιγά νιώθω να ξαναθυμάμαι κάπως τα γαλλικά μου. Λέω, ευτυχώς τίποτα δεν έχει χαθεί τελείως. Ο Μ. μου λέει ότι έχω ωραία προφορά. Η Δ. μου λέει ότι πρέπει να έρχομαι πιο συχνά. Της λέω ότι δε μπορώ να αντέξω αυτήν την καινούργια μετάβαση από το "mademoiselle" στο "madame". Οι Γάλλοι πριν κάποια χρόνια αποφάσισαν την κατάργηση της χρήσης της λέξης "δεσποινίς" και κάπως έτσι γίναμε όλες "κυρίες". Κάτι τα τριάντα, κάτι ο χρόνος που περνάει, κάτι η κρίση ηλικίας, πολύ με πόνεσε αυτή η απώλεια του "mademoiselle"-ήταν μια από τις αγαπημένες μου λέξεις. Και δεν είναι η μόνη απώλεια που σηματοδοτεί η μη χρήση αυτής της λέξης.


Σκηνή 9η

«Τι θέλεις να δεις από το Παρίσι;», με ρωτάει η Δ. «Πήγαινέ με να δω κάτι που έχει αλλάξει. Κάτι που δεν έχω δει», της λέω. Παίρνουμε ποδήλατο. Το Παρίσι με ποδήλατο είναι μια τελείως διαφορετική πόλη. Πίσω από το Chatelet είναι η περιοχή Haute Marais. Σταματάμε στην Marché des Enfants Rouges, στην Rue de Bretagne. Ένας δρόμος που δεν τον θυμάμαι καθόλου. Η Δ. ξέρει πια το Παρίσι καλύτερα και από τους Παριζιάνους. Χανόμαστε στα στενάκια κι εγώ καταγράφω νέες γωνιές και νέες γειτονιές. Κάθε τόσο ρίχνω κλεφτές ματιές στα πάρκα με τις πολύχρωμες τουλίπες, στις ανθισμένες κουτσουπιές, στο πράσινο. Αχ, το Παρίσι είναι μια υπέροχη πόλη! Παρ’ όλα αυτά γυρίζω και λέω στη φίλη μου: ο κύκλος ζωής σ’ αυτήν την πόλη έχει πλέον κλείσει για μένα. Προτιμώ να επιστρέφω σ’ αυτήν ως ταξιδιώτης. Ή μάλλον δεν είμαι ακριβώς ταξιδιώτης... Ως τι επιστρέφεις σε μια πόλη που έζησες, αγάπησες και κουβαλάς πάντα μέσα σου;


Σκηνή 10η

Στο Pompidou έχει τη συλλογική έκθεση ενός από τους αγαπημένους μου ζωγράφους: Cy Twombly. Είμαι τόσο συγκινημένη που βλέπω επιτέλους τόσα έργα του από κοντά.  Η Δ. της είναι η καλύτερη ξεναγός, χάρη σ’ εκείνη τον γνώρισα χρόνια πριν σε μια έκθεση στην Tate. Όταν τελειώνει η έκθεση, βγαίνω έξω. Θέλω να δω αυτό που είναι για μένα η πιο όμορφη και η πιο ανθρώπινη θέα του Παρισιού. Η θέα από το Pompidou. Ο ήλιος πέφτει, τα φώτα της πόλης σιγά-σιγά ανάβουν, στο βάθος φαίνεται ο Πύργος. Είναι μια όμορφη στιγμή. Σκέφτομαι πόσο δύσκολος ήταν ο προηγούμενος μήνας, αλλά και πόσο τυχερή είμαι που μπορώ να βλέπω εικόνες σαν κι αυτή. Πόσο τυχερή είμαι που μπορώ να βλέπω και να απολαμβάνω ένα ηλιοβασίλεμα. 


 Σκηνή 11η 

Τελευταίο πρωί στο Παρίσι. Σκέφτομαι τι να κάνω. Η μία σκέψη είναι να κάνω μία διαδρομή γνώριμη- τι περίεργο!- και να ξαναπερπατήσω κάποια μέρη του τότε. Μετά το ξανασκέφτομαι. Τελευταία διαπιστώνω ότι ίσως κάποια πράγματα δεν αξίζει να τα επαναλαμβάνεις. Αν τα επαναλάβεις, έχεις ενδόμυχα μέσα στο μυαλό σου τη σκέψη ότι θα ήθελες να είναι όπως παλιά και ίσως δεν είναιΕγώ ας πούμε θα ήθελα κι αυτή τη φορά να περάσω από το Φτερωτό Μυρμήγκι-το καφέ κοντά στη Σορβόννη που συχνάζαμε παλιά. Έχω μια φωτογραφία που η Δ. με είχε βγάλει τις πρώτες μέρες εκεί, και την ίδια μετά από κάποια χρόνια. Εκείνη η πρώτη φωτογραφία είναι μια ανάμνηση του τότε μου εαυτού. Την έχω ονομάσει «Petite Marie», όπως το τραγούδι του Francis Cabrel. Τότε ήμουν είκοσι χρονών και ήθελα να κατακτήσω το Παρίσι. Να κατακτήσω τον κόσμο. Θα ήθελα και τώρα μια φωτογραφία στο ίδιο μέρος, στο ίδιο τραπέζι. Θα ήθελα να δω τι έχει αλλάξει στα μάτια μου όλα αυτά τα χρόνια. Δεν θα πάω, όμως. Περνάω απ’ έξω, αλλά δεν μπαίνω. Μερικά πράγματα καλύτερα ίσως να μην τα επαναλαμβάνεις.

Σκηνή 12η

Ετοιμάζομαι για το δρόμο της επιστροφής. Η Δ. με συνοδεύει μέχρι το μετρό. Περνάμε την όμορφή avenue Reille, που όντως γέμισε με καινούργιες αναμνήσεις. Διασχίζουμε το πάρκο Montsouris- κάποτε το είχα τόσο δίπλα μου και δεν είχα προσέξει το πόσο όμορφο ήταν. Φτάνουμε μπροστά στη Cité Universitaire- νιώθω ότι θα εμφανιστούν ξαφνικά όλοι μας οι φίλοι που έμεναν εκεί. Ένα μέρος γεμάτο αναμνήσεις. Να και τραμ που κάποτε με πήγαινε σπίτι! Ετοιμάζομαι να πάρω το τρένο, “Bon voyage”, μου λέει η Δ., «να μας ξανάρθεις». Χαμογελώ και φωνάζω ένα μεγάλο mille merci. Στο τρένο σκέφτομαι ότι θα ξανακάνω μετά από πολλά χρόνια την πτήση Παρίσι-Αθήνα κι όχι Παρίσι-Βαρκελώνη. Παρίσι-Αθήνα. Έχω ένα ημερολόγιο με αυτόν τον τίτλο. Ήταν ο τίτλος εκείνης της χρονιάς. Καμιά φορά λέω κρίμα που δεν είχα το μπλογκ τότε. Θα ήθελα πολύ να μπορώ να γυρνάω κάπου-κάπου στις σκέψεις εκείνης της περιόδου. Πρέπει να βρω εκείνο το ημερολόγιο, νομίζω το έχω στην Αθήνα μαζί με όλα τα πράγματα που είχα φέρει από το Παρίσι. Θα το ψάξω. Λίγο πριν την απογείωση, νιώθω ξανά τυχερή που μπορώ να επιστρέφω στην πόλη που αγάπησα. Δε μπορώ να μη σκεφτώ τη φράση «We will always have Paris», γιατί στις καρδιές μας «Paris sera toujours Paris!».






M.
Απρίλιος 2017,
Παρίσι.