Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

"Επειδή είναι δύσκολο ν' αγαπάς..."


Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει 
μέρα με τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή 
δεν αξίζει τον κόπο.

Επειδή σ' αγάπησα και σ' αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη
κουράστηκε ίσως σαν κάθετί που ανασαίνει.

Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας, 
δε θα πει πως δεν έχουμε 
μοίρα στον ήλιο, έχουμε
τη δική μας μοίρα.

Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας 
σε καλύτερες μέρες.

Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ, 
αν αλλάζαμε θα 'μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ'αρχίζαμε 
από το άλφα.

Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση, 
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη και έλξη και δέρμα ζεστό.

Επειδή είναι δύσκολο ν' αγαπάς
και δυσκολότερο ν' αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά 
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να 'ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις, 
ή και όλα μαζί στην ανάγκη
δε θα πει πως εγώ δεν μπορώ
να γίνω κάτι απ' αυτά ή και όλα μαζί, 
και αν είναι να περάσω 
μια ζωή στη σκλαβιά -έτσι κι αλλιώς-
ας, είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης


Μιχάλης Γκανάς, "Προσωπικό" [Γυάλινα Γιάννενα, 1989]



----------------------------------------------------

(επειδή είναι δύσκολο ν'αγαπάς
 τι ποίημα κι αυτό
 τα λέει όλα
 όλα όσα σκέφτομαι, 
 όσα νιώθω, 
 όσα φοβάμαι, 
 όσα με πνίγουν, 
 όσα με κρατάνε

 δεν ξέρω αν θα άντεχα 
 να φτάσω κι εγώ 
 στην ίδια αποδοχή
 "σκλάβος της αγάπης"
 της αγάπης μεν, 
 αλλά και πάλι
 "σκλάβος"

 γιατί άλλοτε είμαι άνθρωπος
 κι άλλοτε πουλί
 και τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου
 είναι πολύ μεγάλα
 κι εγώ ακόμα τόσο μικρή
 τόσο νέα
 κι αυτά που ακόμα 
 δεν έχω νιώσει
 είναι τόσα πολλά
 είμαι πουλί
 θέλω να πετάξω

 φοβάμαι όμως
 γιατί η αγάπη
 αν και κάπως κουρασμένη
 είναι εδώ
 η αγάπη μας είναι εδώ
 τόσα χρόνια
 κι όμως
 είναι πάντα εδώ
 κι αυτό κάτι σημαίνει
 σημαίνει
 πως έχουμε κι εμείς ακόμα
 τη δική μας μοίρα )




Μ.
18.02.2017
Βαρκελώνη






Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

"Τζιν-τζιν-τζιν..."



(Στον μπαμπά, φυσικά.)




Τη φωνή του Λουκιανού Κηλαηδόνη την έχω συνδέσει με τον μπαμπά μου. Με τα τέλη της δεκαετίας του ογόντα-αρχές ενενήντα, με τα πρωινά στο αυτοκίνητο στο δρόμο για το σχολείο...

Υπάρχει ένα τραγούδι, το πρώτο που μου είχε αφιερώσει ο μπαμπάς μου, "τζιν τζιν τζιν" το λέγανε, και ο Κηλαηδόνης το είχε γράψει για την κόρη του. Θυμάμαι πάντα να μου το τραγουδάει, κι ακόμα θυμαμαι, αν κι έχουν περάσει πάνω από είκοσι χρόνια, εκείνο το βιντεάκι από τη συναυλία του Κηλαηδόνη εκείνος στο πιάνο κι ένα μικρό κοριτσάκι με τζιν, τιράντες και ψηλή κοτσίδα να χορεύει...











Τζιν τζιν τζιν, τζιν τζιν τζιν


Πώς του πάν' καλέ τα τζιν

Πώς του πάν' τα τζιν, τζιν τζιν τζιν
Πώς του πάν' τα τζιν
Μπλε μπλε μπλε, μπλε μπλε μπλε
Πώς του πάν' καλέ τα μπλε
Πώς του πάν' τα μπλε, μπλε μπλε μπλε
Πώς του πάν' τα μπλε
Πώς του πάν' τα μπλε, τα μοβ, τα θαλασσιά
Πώς του πάν', Πώς του πάν' , Πώς του πάν'
Φαν φαν φαν, φαν φαν φαν
Πώς του πάνε τα μπουφάν
Κοίτα πώς του πάν' , φαν φαν φαν
Κοίτα πώς του πάν'

Νου νου νου, νου νου νου
Βρε τι κάνει το Νουνού
Μπράβο σου Νουνού, νου νου νου
Μπράβο σου Νουνού

Λα λα λα, λα λα λα
Το κορίτσι μου γελά
Δες το που γελά, λα λα λα
Δες το που γελά

Δες το πώς γελά και πώς μοσχοβολά
Το κορίτσι μου αξίζει πολλά
Πω πω πω, πω πω πω
Θεέ μου πόσο τ' αγαπώ
Πόσο τ' αγαπώ πω πω πω


Πόσο τ' αγαπώ…




Κάθε φορά που ακούω αυτό το τραγούδι δε μπορώ να αποφύγω αυτό το νοσταλγικό ταξίδι στο χρόνο, στο τότε, στα τόσο όμορφα παιδικά χρόνια, τότε που ήμουν κι εγώ ένα κοριτσάκι με τζιν, κόκκινο μπουφάν, τιράντες και κοτσίδα, στη φωνή του μπαμπά μου- τόσο τρυφερή και γλυκιά- να λέει "το κορίτσι μου αξίζει πολλά" και τα μάτια του να λάμπουν...

Κατά καιρούς ψάχνω τραγούδια για πάω στους μαθητές μου στο μάθημα ελληνικών, αλλά ποτέ δεν τολμώ να τους πάω αυτό το συγκεκριμένο τραγούδι, κι ας είναι από τα αγαπημένα μου. Κι αυτό γιατί κάθε φορά που το ακούω συγκινούμαι τόσο πολύ που δε μπορώ να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. 

Χθες τους πήγα το "εγώ θα σ'αγαπώ και μη σε νοιάζει..." και μάθαμε λίγα πράγματα για τον τραγουδοποιό. Σήμερα ξύπνησα και έμαθα για το θάνατό του.

Πήρα αμέσως τηλέφωνο το μπαμπά. 
-"Δεν προλάβαμε να πάμε μαζί σε μία συναυλία του", του είπα. "Πάντα το λέγαμε, και τελικά δεν πήγαμε. Δεν προλάβαμε."
-"Δεν πήγαμε, ρε γαμώτο", μου λέει. "Αλλά θα έχουμε πάντα τα τραγούδια του."
-"Και θα τα βάζουμε στα ταξίδια στο δρόμο για το χωριό, κι ας μην τον αντέχει η μαμά!"
Γελάμε.

Κλείνω το τηλέφωνο και ξαναβάζω το τραγούδι μου.

"Τζιν τζιν τζιν, τζιν τζιν τζιν/ Πώς του πάν' καλέ τα τζιν"

Κι έτσι όπως ακούω αυτή τη φωνή νιώθω ξαφνικά να με πλημμυρίζει μια τόσο μεγάλη μελαγχολία... Σκέφτομαι ότι ο Λουκιανός Κηλαηδόνης δεν είναι μόνο μία φωνή, είναι όλα όσα αυτή η φωνή φέρνει μαζί της, όσα και όσους με κάνει να θυμάμαι, σκέφτομαι πώς με κάποιο τρόπο συμβολίζει για μένα μια εποχή. Μια εποχή που τελειώνει. Τελειώνει γιατί μεγαλώνουμε. Άλλωστε το είχε πει κι εκείνος σε ένα άλλο του τραγούδι...

"Φεύγουν τα καλύτερα μας χρόνια
κάποιος μας τα κλέβει μυστικά..."






Μ.
07.02.2017
Βαρκελώνη






Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Κουβάρι.




Ήρθαν και πάλι οι Παρασκευές βράδυ στο σπίτι, οι Παρασκευές της καθημερινότητας, οι Παρασκευές εδώ. Έξω βρέχει καταρρακτωδώς, ο χειμώνας στη Βαρκελώνη είχε χρόνια να είναι τόσο βαρύς. Σήμερα ήρθανε από τον Δήμο και κόψανε τα κλαδιά των δέντρων στο δρόμο. Τα δέντρα στο δρόμο είναι το σημάδι που βάζω για την αλλαγή της εποχής. Τώρα έχουν απομείνει γυμνά μέσα στην παγωνιά που σχεδόν τα λυπάμαι. Θα έρθει όμως και γι αυτά η άνοιξη και θα ανθίσουν, θα γεμίσουν πράσινα φύλλα και ο δρόμος μας θ' αλλάξει όψη. 

Οι Παρασκευές στο σπίτι είναι ήρεμες, μένω μέσα κι ο χρόνος κυλάει κάπως διαφορετικά, είναι πιο δικός μου. Λίγη μουσική, η καινούργια φυστικί λάμπα γραφείου, η σκέψη ότι αύριο είναι Σάββατο. Κι ας έχει πάει η ώρα 11 και είμαι ακόμα πάνω από τον υπολογιστή και δουλεύω. Αύριο θα ξυπνήσω χωρίς ξυπνητήρι κι αυτή είναι μια αισιόδοξη σκέψη.

Υπάρχουν περίοδοι που οι μέρες περνούν αδιάφορα, κάπως διεκπεραιωτικά. Δε μ' αρέσει οι μέρες να περνούν διεκπεραιωτικά. Θέλω να τις καταλαβαίνω, να νιώθω ότι κάθε μέρα που πέρασε δεν είναι μια μέρα που χάθηκε, όχι βέβαια ότι νιώθω τις μέρες μου να χάνονται, αλλά να, θα ήθελα λίγο παραπάνω χρόνο, θα ήθελα οι μέρες να μην είναι μία λίστα με υποχρεώσεις που πρέπει να γίνουν, θα ήθελα να ήταν λίγο μέρες πιο ξέγνοιαστες, πιο ανέμελες. Φοράω την "αναμελιά του 2017" στο λαιμό μου- αυτήν την ανεμελιά την οποία ακόμα δε μου έχει φέρει η νέα χρονιά, το αντίθετο μάλλον- και σκέφτομαι μήπως θα έπρεπε να βάλω και για φέτος ως σύνθημα εκείνη την περσινή φράση του Νίτσε, ίσως πάλι όχι.

Διαβάζω το κείμενο και δε βλέπω καμία συνοχή ούτε συνεκτικότητα, πώς πέρασα έτσι από τις Παρασκευές, στα δέντρα του δρόμου, στις μέρες χωρίς χρώμα, στην ανεμελιά. Κουβάρι σκέψεις χωρίς νόημα. Ένα σκέτο κουβάρι.

Πιο συνετό θα είναι να κλείσω τη λάμπα και να πέσω επιτέλους για ύπνο.

Καληνύχτα.



Μ.
27.01.2017
Βαρκελώνη





Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Όμορφή μου πόλη...



Λίγο πριν μια ακόμη αναχώρηση περπατώ στους δρόμους της πόλης. Κοιτάζω, απορροφώ όσο πιο πολλές εικόνες μπορώ. Οι σκέψεις πάντα ίδιες, πώς θα ήταν αν αυτοί οι δρόμοι, αυτά τα μέρη, μετά από περίπου δέκα χρόνια ξαναγίνονταν καθημερινότητα... Στο μυαλό μου τριγυρνάει η σκέψη μιας Μαρίας ενήλικης πια, σε μία άλλη δεκαετία της ζωής της, ξανά στην Αθήνα. Πώς θα ήταν; Κοιτάω τους δρόμους, τις διάφορες γειτονιές, σκέφτομαι πού θα μου άρεσε να μένω αν επέστρεφα... Πάντα μου άρεσε η περιοχή πίσω από τον Ευαγγελισμό, κάτω από τον Λυκαβηττό. Κάπως άπιαστο όνειρο, αλλά το καλό με τα όνειρα είναι ότι δεν κοστίζουν, άρα γιατί να μην τα κάνεις; Θα ήθελα, λοιπόν, ένα διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης, με θέα στις στέγες των πολυκατοικιών. Με ένα μεγάλο σαλόνι, μια τεράστια βιβλιοθήκη όπου να έχω καταφέρει επιτέλους να μαζέψω όλα μου τα βιβλία σε ένα μέρος και όχι διάσπαρτα στις πόλεις μου, και ένα καταδικό μου γραφείο, με πίνακες στο πάτωμα και όχι κρεμασμένους. 

Φαντάζομαι μια ζωή εδώ που δεν ξέρω αν θα υπάρξει ποτέ, που δεν ξέρω πόσο θέλω να ξαναϋπάρξει ή τι είμαι διατεθειμένη να θυσιάσω για να ξαναϋπάρξει.

Προχθές επέστρεψα για λίγο στην παλιά μου σχολή. Είναι περίεργο το συναίσθημα που μου βγάζει κάθε φορά που επιστρέφω, και δυστυχώς όχι πάντα ευχάριστο. Θυμάμαι ακόμα τη μέρα που έφυγα από εκεί με την επιθυμία να τρέξω όσο πιο μακριά μπορώ. Υπάρχουν πράγματα που δε θέλω να θυμάμαι, την αλαζονεία των περισσότερων καθηγητών, την αδιαφορία, τα μέιλ που ποτέ δεν απαντιούνταν, το χάος, την πλήρη αναξιοκρατία και την παντελή έλλειψη οργάνωσης. Καλά το είπα πριν, το χάος. Υπήρχαν και καλές αναμνήσεις, λίγες, αλλά υπήρχαν. Θυμάμαι τα πρωινά με τη Ν. στο αυτοκίνητο, τις κουβέντες μας στο δρόμο, τον καπουτσίνο με κανέλα από το κυλικείο (καλά, κορίτσια, ρυζόγαλο θα φτιάξετε;). Κάποια μαθήματα που πραγματικά μπορούσαν να εμπνεύσουν. Τη θέα από τους ψηλούς ορόφους. Τα ηλιοβασιλέματα την ώρα που σχολούσαμε. Τους στίχους του Λειβαδίτη γραμμένους στα σκαλοπάτια. Θυμάμαι ακόμα την πρώτη μέρα που πήγαμε με τη Ν. να γραφτούμε, τα τεράστια γράμματα "ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ, 1987"- η σχολή είναι ένα χρόνο μικρότερή μας, είχα πει. Θυμάμαι τον ενθουσιασμό μου που ήμουν εκεί, για τη φοιτητική ζωή που ξεκινούσε, για τα όσα θα μάθαινα, για το ότι ήμουν τόσο σίγουρη για την επιλογή μου. Και παρά το γεγονός ότι όσα είδαμε αργότερα στο ελληνικό πανεπιστήμιο δεν ήταν αυτά που περιμέναμε, εγώ ξέρω ότι ακόμη και σήμερα πάλι την ίδια σχολή θα επέλεγα.  

Επιστρέφω και δίνω τη διάλεξη, μιλάω επιτέλους στη γλώσσα μου- είναι πολύ σημαντικό να μιλάει κανείς στη δουλειά του στη γλώσσα του. Μ' αρέσουν οι διαλέξεις σε μεταπτυχιακούς, μ' αρέσει να μαθαίνω από εκείνους. Αλίμονο αν νομίζεις ότι θα μπεις στην τάξη και ότι οι φοιτητές είναι οι μόνοι που έχουν να μάθουν κάτι εκείνη την ημέρα. Στο τέλος της ομιλίας μένουμε μόνες μας με την καθηγήτρια που με έχει προσκαλέσει. Με ρωτάει αν σκοπέυω να επιστρέψω. Με ξαφνιάζει η ερώτησή της γιατί είναι η πρώτη φορά που δε μου λέει "Καλά είσαι εκεί που είσαι, μη γυρίσεις ποτέ". Μου λέει ότι τίποτα δεν είναι ανέφικτο, αλλά το σημαντικό είναι τι θέλω εγώ να κάνω. "Εσύ θέλεις να γυρίσεις;" Να μια καλή ερώτηση. 

Φεύγω από τη Φιλοσοφική προβληματισμένη. Σκέφτομαι ξανά τον μελλοντικό μου εαυτό σ'αυτήν την πόλη. Προσπαθώ να με δω. Κάνω αγώνα να διώξω τις άσχημες σκέψεις (τις κρύες αίθουσες, τα σπασμένα γραφεία, τη θέα αυτού του γκρίζου, βρώμικου και καταθλιπτικού κτιρίου δίπλα στο νεκροταφείο, το μπάχαλο και τις τόσο αντίξοες συνθήκες για κάθε νέο ερευνητή). Προσπαθώ να σκεφτώ όμορφα πράγματα, ένα γραφείο με θέα την πόλη-έστω και χωρίς θέρμανση- την ιδέα ότι όσα έμαθες τόσα χρόνια θα τα εφαρμόσεις στη χώρα σου, την ιδέα ότι όσα δεν σου αρέσουν σε αυτό το σύστημα μπορείς (να προσπαθήσεις) να τα αλλάξεις. Τους φοιτητές που μπήκαν κι αυτοί με ενθουσιασμό- όπως και εγώ κάποια άλλη εποχή- και που περιμένουν από κάποιον την αλλαγή. 

Σκέφτομαι κι άλλα, που τόσα χρόνια μου λείπουν. Τα κυριακάτικα τραπέζια με τους γονείς μου, τους καφέδες με τους φίλους, τις κουβέντες, τις στιγμές που χάνω. Το πού είσαι γιατί δεν περνάς από 'δω λίγο, την κοινή καθημερινότητα με τους ανθρώπους που αγαπάω.

Σάββατο πρωί και είμαι φορτωμένη σκέψεις, τις οποίες μοιράζομαι με τις φίλες μου. Είμαστε στο κέντρο και είναι τόσο όμορφα. Η Κ. με ρωτάει πώς νιώθω που αύριο φεύγω κι εγώ λέω πως είμαι καλά αυτή τη φορά, μια και ξέρω ότι σύντομα θα είμαι και πάλι εδώ.

Στο δρόμο της επιστροφής όλα αλλάζουν. Ο αθηναϊκός ουρανός έχει πάρει ένα υπέροχο χρώμα, αλλά ο αέρας μυρίζει ξαφνικά βροχή και μελαγχολία. Στο μετρό λίγο πριν αποχαιρετίσω την Ο. που γυρίζει μαζί μου, νιώθω έναν κόμπο στο στομάχι. Την αποχαιρετάω και κατεβαίνω στη στάση μου, ενώ πίσω ακούγεται ο ήχος ενός ακορντεόν... Παίζει μια πολύ μελαγχολική μελωδία κι εγώ νιώθω τον κόμπο να μου ανεβαίνει ως το λαιμό και να με πνίγει. Βγαίνω από το σταθμό, κοιτάω τον ουρανό, τις αμπελοκηπιώτικες πολυκατοικίες, τον κόσμο που περπατάει. Στη συμβολή Λαρίσης και Κηφισίας, λίγο πριν περάσω το φανάρι κοιτάω στο βάθος της λεωφόρου. Ένας ουρανός φωτιά. Χωρίς να καταλάβω πώς τα μάτια μου έχουν γεμίσει δάκρυα. Στο μυαλό μου αυτή δεν είναι μια απλή εικόνα, είναι το "εδώ" μου. Από αύριο, θα βρίσκομαι πάλι σε μια άλλη πόλη και αυτός ο ουρανός δε θα είναι παρά μια ανάμνηση.

Το Σάββατο μύρισε αποχαιρετισμό και με πονάει. Περπατώ ακόμα με τα μάτια υγρά και λέω στον εαυτό μου ποτέ δε θα συνηθίσεις να φεύγεις από 'δω. Ποτέ.



Μ.
14.01.2017
Αθήνα 

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Σκόρπιες σκέψεις σε λευκό φόντο.






Ποτέ δεν είχα δει το χωριό στα λευκά. Δεν πίστευα καν ότι μπορεί να το στρώσει σ' ένα μέρος που βρίσκεται δίπλα στη θάλασσα. Χτες βράδυ είχα πολλά στο μυαλό μου και δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Στριφογύριζα για ώρες μέχρι τα ξημερώματα. Κάποια στιγμή άνοιξα το παράθυρο και άκουσα για λίγο τον ήχο των κυμάτων και του χιονόνερου που έπεφτε στα κεραμίδια. Ήταν τόσο όμορφα που θα ήθελα να μην κάνει κρύο και να μπορέσω να αποκοιμηθώ έτσι, αφήνοντάς το παράθυρο ανοιχτό όλη τη νύχτα... 

Το πρωί με ξύπνησε η φωνή της μαμάς. Ήρθε τρέχοντας να μου ανοίξει τις κουρτίνες, έλα να δεις κάτι που δεν έχεις ξαναδεί, το Κυπαρίσσι στα λευκά. Άνοιξα τα μάτια μου, ήταν υπέροχη η εικόνα. Ξάπλωμένη στο κρεβάτι και μέσα στη θαλπωρή της ροζ μου καρό κουβέρτας έβλεπα τον μώλο, το βουνό χιονισμένο, το γήπεδο με χιόνι, τη θάλασσα. Κάποια στιγμή με ξαναπήρε ο ύπνος. 

Με ξαναξύπνησε η φωνή της μαμάς. Αποκλειστήκαμε, οι δρόμοι έχουν κλείσει, δε μπορούμε να γυρίσουμε στην Αθήνα σήμερα. Πάρε να ακυρώσεις την ομιλία σου για αύριο. Επίσης πέθανε ο μπαρμπά-Χρόνης. Πόσες πληροφορίες να επεξεργαστεί κανείς σε τριάντα δευτερόλεπτα; Η ιδέα του να αποκλειστούμε στο χωριό δε με πείραζε τόσο. Τηλεφώνησα και ακύρωσα την ομιλία που είχα για αύριο στη Φιλοσοφική. Με λίγη τύχη θα τη δώσω κάποια άλλη μέρα μέσα στην εβδομάδα. Ο μπαρμπα-Χρόνης είναι, ήταν ο αδερφός του παππού. Μικρότερος από αυτόν. Κατά 20 μήνες, όπως σπεύδει πάντα να διευκρινίσει ο παππούς. (Τι έγινε, δηλαδή, αν πει δυο χρόνια;)Ήταν μεγάλος, 88 χρονών και τους τελευταίους μήνες ήταν στο κρεβάτι. Στεναχωρήθηκα γι αυτόν, αλλά πιο πολύ στεναχωρήθηκα για τον παππού. Έχει χάσει όλα του σχεδόν τα αδέρφια, έμεινε μόνο εκείνος και η μια του αδερφή. Το απόγευμα τον έπιασα καθισμένο στη σόμπα, σκεπτικό και θλιμμένο, με τα μάτια υγρά. Μ' ένα βλέμμα τόσο τσακισμένο που με τσάκισε και μένα. Σκέφτηκα πώς είναι να ζεις κάθε μέρα με την απουσία όλων των ανθρώπων που ήταν η ζωή σου... Πώς συνηθίζεις στους αποχαιρετισμούς... Προχθές είχα πάει στο νεκροταφείο να ανάψω τη γιαγιά και περπάτησα λίγο στα γύρω μνήματα. Έβλεπα εικόνες ανθρώπων που ήταν μέρος της παιδικής μου ηλικίας, τους έβλεπα τα καλοκαίρια, τις γιορτές, το Πάσχα, μεγάλωσα μαζί τους, ανάμεσά τους, τους θυμάμαι να κατεβαίνουν το δρόμο μπροστά από το σπίτι μας, να μας χαιρετάνε, κάποιων μάλιστα είναι σαν να ακούω ακόμα τις φωνές τους στα αυτιά μου. Και τώρα βλέπω μπροστά μου μια φωτογραφία μιας άλλης εποχής, κοιτούν χαμογελαστοί και ευθείς, πού να φαντάζονταν που θα κατέληγε αυτό τους το πορτρέτο... Βλέπω τις φωτογραφίες και δεν πιστεύω ότι αυτοί οι άνθρωποι έχουν φύγει, έχω την αίσθηση ότι κάπου συνεχίζουν να ζουν και ότι το καλοκαίρι θα τους ξαναδώ να περνάνε από το σπίτι. Η ζωή μου υποδεικνύει με κάθε τρόπο πως έχω μεγαλώσει. Μου υποδεικνύει το τέλος εποχής

Ξεστράτισα... Έλεγα για τον παππού. Κάθισα λίγο μαζί του δίπλα στη φωτιά. Ήταν δύσκολο να του πάρεις κουβέντα. Κάποια στιγμή αποφάσισα να ανέβω στο δωμάτιό μου και να τον αφήσω μόνο του. Ίσως το χρειαζόταν και δεν ήθελε να μου το ζητήσει. Ανέβηκα στο δωμάτιο, κοίταξα αυτήν την τόσο όμορφη θέα του παραθύρου μου (υπάρχει πιο όμορφη θέα από αυτή της θάλασσας;), είδα το χιόνι, έσφιξα τη ζεστή μου ζακέτα και σκέφτηκα, κάπως εγωιστικά, ότι σήμερα θα μπορούσε να ήταν μια πολύ γλυκιά και οικογενειακή μέρα, αν δεν την σκίαζε αυτή η άσχημη είδηση. Αλλά τι να κάνουμε, όλα μέσα στη ζωή είναι...


Άνοιξα για λίγο την τηλεόραση, δεν ξέρω γιατί, και έπεσα πάνω σε μία συνέντευξη του Κραουνάκη. Τον ρωτούσαν για το αν είναι συμφιλιωμένος με την ιδέα ότι οι άνθρωποι που αγαπά φεύγουν (κοίτα τώρα κάτι συμπτώσεις, βαλτοί είναι;) κι εκείνος έλεγε ότι είναι απόλυτα, όχι μόνο για τους άλλους, αλλά και για τον ίδιο του τον εαυτό. Επίσης είπε μια φράση το νόημα της οποίας το έχω σκεφτεί πολλές φορές και μακάρι όλοι να μπορούσαμε να το κάνουμε πράξη. Είπε "η καλύτερη λύση αντί να τρελαινόμαστε κυνηγώντας λεφτά, είναι να συμπεριφερόμαστε σαν μελλοθάνατοι. Αυτό σε κάνει να απολαμβάνεις τη στιγμή εξαιρετικά, να διώχνεις οποιοδήποτε πανικό σου δημιουργεί μια κακή καθημερινότητα... (...) Απολάμβανε την κάθε μέρα σου σαν να είναι η τελευταία." Αυτό.

Και η συνέντευξη τελείωνε με μια ευχή που μου άρεσε και τη συγκράτησα:
"εύχομαι στους ανθρώπους να φροντίσουν πάρα πολύ την ψυχή τους, να την ταΐσουνε ωραία πράγματα..."

Ωραία ευχή, δε νομίζεις;



Μ.
08.01.2017
Κυπαρίσσι Λακωνίας




Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

"Η νοσταλγία θα δικαιωθεί φαντασμαγορικά κάποια στιγμή στο μέλλον." *



Μία από τις πιο σημαντικές ιεροτελεστίες για την καινούργια χρονιά είναι η αγορά της καινούργιας ατζέντας. Η πιο σημαντική σελίδα της ατζέντας είναι η πρώτη, που έχει και το μήνυμα-σύνθημα για τη χρονιά που έρχεται... Πέρυσι έγραφα την παρακάτω φράση του Νίτσε και νομίζω δε θα μπορούσα να βρω κάποια πιο ταιριαστή για τη χρονιά που πέρασε.





Για φέτος δεν είχα βρει ακόμα μία φράση που να μου έκανε κλικ κι έτσι η πρώτη σελίδα ήταν κενή... Μέχρι πριν λίγα λεπτά. Το κλικ έγινε και το οφείλω σ' αυτό το κορίτσι που θέλει πολλά και που με προτρέπει και μένα με τον τρόπο του να μη σταματάω κι εγώ να θέλω. 

Άρα η φράση-προτροπή-ελπίδα για το 2017 έχει ως εξής:







+ΑΝΕΜΕΛΙΑ!!!
(να μην ξεχνιόμαστε!)




*"Θα νικήσουμε"
(και εννοείται το ποστ αφιερωμένο φυσικά! :) )



Μ.
06.01.2017
Κυπαρίσσι Λακωνίας

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

"Κι αυτή η νοσταλγία μας γι αυτό που ποτέ δεν υπήρξε..."







Χειμώνας στο χωριό, μυρωδιά από τζάκι, βρεγμένο χώμα, θάλασσα. Ερημιά στα μικρά δρομάκια, μόνο ο καπνός από κάποιες καμινάδες μαρτυρά ότι το χωριό δεν είναι τελείως άδειο. 

Οι βόλτες στο έρημο Κυπαρισσάκι μου είναι η δική μου επιστροφή. Όταν ήμουν μικρή έλεγα όταν θα μεγαλώσω θα έρχομαι στο χωριό, θα έχω ένα γραφείο μπροστά στο παράθυρο που κοιτάει τη θάλασσα, θα απομονώνομαι και θα γράφω τα βιβλία μου. Μεγάλωσα κι ακόμα δεν το εκπλήρωσα αυτό μου το όνειρο, ίσως περίμενα ότι κι αυτό θα συμβεί κάπως φυσικά, όπως περίμενα ότι θα (μου) συμβούν κι άλλα τόσα πράγματα που δε μου συνέβησαν (ακόμα). Σκέφτομαι για πόσον καιρό θα πρέπει μπορώ να βάζω το ακόμα μέσα στην παρένθεση. Πόσον καιρό αναμονής και προσμονής μου δίνω ακόμα.

Κάπως μελαγχολικές σκέψεις για αρχή της χρονιάς, ίσως φταίνε αυτοί οι απολογισμοί που να δεις στο τέλος δε θα μ'αρέσουν καθόλου και θα τους αποφεύγω. Κάτι ξέρω μέχρι τώρα που τους κάνω το καλοκαίρι. Κάτω από τον ήλιο και δίπλα στη θάλασσα φαντάζουν όλα πιο όμορφα. 

Φταίει κι αυτός ο στίχος που μου έχει καρφωθεί στο μυαλό "κι αυτή η νοσταλγία μας γι αυτό που ποτέ δεν υπήρξε...". Πάντα η ίδια μου νοσταλγία για το απραγματοποίητο. Κι αυτή η γκρι σκέψη πως ίσως παραμείνει απραγματοποίητο. Δε μου ταιριάζουν οι γκρι σκέψεις, η δικιά μου ματιά υπήρξε πάντα φωτεινή, και τις φοβάμαι. 

Κοιτάω τη θάλασσα. Δε φοβάμαι τίποτα άλλο όσο μια ακύμαντη ζωή. Ακύμαντη δεν εννοώ, φυσικά, το αντίθετο της ταραχώδους. Εννοώ ζωή φλατ. Ζωή χωρίς έντονα συναισθήματα. Ζωή που δεν σου κόβει- ευχάριστα-την ανάσα. 

Τέτοιες ήταν οι σκέψεις μου μέχρι που τις σταμάτησαν οι πρώτες στάλες της βροχής. Και τη χρειαζόμουν αυτή τη βροχή, όχι μόνο γιατί μου διέκοψε τις γκρίζες σκέψεις, αλλά και γιατί μου έδωσε ένα άλλοθι, μια παραπλάνηση έστω, για τα υγρά μου μάγουλα.




Μαρία, 
05.01.2017
Κυπαρίσσι Λακωνίας