Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Τέλος εποχής


Απόγευμα Κυριακής περπατώ προς το Γουδί.
Νοσοκομείο Λαϊκό, δωμάτιο 369. 
Πηγαίνω μόνη μου.
Νιώθω περίεργα, αλλά το προτιμώ. 
Αυτή τη γειτονιά την ξέρω καλά, έχει ποτίσει τα παιδικά μου χρόνια.
Είναι περίεργο πόσες αναμνήσεις χωράνε σε ένα οικοδομικό τετράγωνο.

Αρχές δεκαετίες του '80. Επτά το πρωί καθημερινής. Ένας νεαρός άντρας γύρω στα 26 σταματάει με το αυτοκίνητό του έξω από μια αθηναϊκή πολυκατοικία. Από το πίσω κάθισμα, βγάζει ένα μωράκι σε ένα άσπρο πορτ-μπεμπέ και μία ροζ τσάντα. Ανεβαίνει στο διαμέρισμα του τετάρτου, η θεία περιμένει στην πόρτα, παίρνει το πορτ-μπεμπέ και τη ροζ τσάντα και η μέρα ξεκινάει.  

Δεκαετία του '90 και παίζω χαρούμενη στην πλατεία του Αγίου Θωμά και στις κούνιες μπροστά από το Παίδων-δεν υπάρχουν πια, τις γκρέμισαν για να φτιάξουν πάρκινγκ. Η θεία με ντύνει και με πηγαίνει βόλτα. Μου λέει παραμύθια στη βεράντα. Μου φτιάχνει κρεατοπιτάκια και μου δίνει να πιω κόκα-κόλα. Μου χαρίζει το κουταλάκι με τα τριανταφυλλάκια και το ασορτί πιατάκι. Μου λέει ότι αν λέω κακές κουβέντες, "θα μου βάλει πιπέρι στο στόμα" και δείχνει τις κόκκινες καυτερές πιπερίτσες στη γλάστρα προς επίρρωση της απειλής.

"Σε ποιον θέλεις να πας, στη νονά ή στη θεια-Τζένη", με ρωτάει η μαμά και ο μπαμπάς. "Στη Τζένη, στη Τζένη!!!", απαντάω εγώ και δεν είμαι ούτε δυο χρονών.

Η θεία είναι εκεί, όλα τα χρόνια, όλες τις μέρες, σε όλα τα γλέντια, τα οικογενειακά τραπέζια, Χριστούγεννα, Απόκριες, αργίες και σχόλες. Είναι πάντα εκεί να με φροντίζει και να με προσέχει κι εγώ μαζί της δε φοβάμαι. 


Σήμερα πηγαίνω μόνη μου να τη δω στο δωμάτιο 369 του Λαϊκού. 


Η μαμά είναι κοφτή στις ανακοινώσεις της. 
Η θεία πεθαίνει.


Ανεβαίνω τα σκαλιά, φτάνω στον τρίτο, στο δωμάτιο. Την κοιτάω και με γνωρίζει. Είναι ταλαιπωρημένη, γεμάτη σωληνάκια, μώλωπες στα χέρια, πονάει. Είναι αδύναμη. Αυτή, η ίδια γυναίκα που πριν χρόνια φάνταζε στα μάτια μου τόσο δυνατή. Πώς αντιστρέφονται έτσι οι ρόλοι στη ζωή; Πώς φτάνουμε να γινόμαστε εμείς οι δυνατοί, εμείς που κάποτε δεν ήμαστε παρά μια σταλίτσα σ'ένα άσπρο πορτ-μπεμπέ;  Θέλω να γυρίσω στους άλλους στο δωμάτιο και να τους πω φύγετε, βγείτε έξω, να μείνω μαζί της, να έχω έστω και μόνο μια στιγμή, να της πω, σ' αγαπάω, σ΄ ευχαριστώ, μου λείπεις, δε θέλω να φύγεις. Δεν της τα λέω, αλλά πιστεύω πως τα νιώθει. 

Φεύγοντας από το νοσοκομείο, νιώθω κομμάτια των παιδικών μου χρόνων να κλείνονται σε κουτιά- σαν για μετακόμιση από μια ηλικία σε μια άλλη, σαν μετάβαση στην καθαρά ενήλικη ζωή, σ' αυτή που παίρνουμε ηνία και αποφάσεις, σ' αυτή που ξεκινάμε να φροντίζουμε εμείς τους ανθρώπους που κάποτε μας φροντίζανε, σ' αυτήν που μαθαίνουμε να τους αποχαιρετούμε, σ' αυτή που μαθαίνουμε πόσο σκληρό είναι να τους αποχαιρετούμε. 


Πέμπτη πρωί στην εκκλησία του χωριού. 
Μία νεκροφόρα σταματάει μπροστά και τέσσερις μαυροφορεμένοι άντρες φέρνουν μπροστά μας ένα ξύλινο φέρετρο. Κοιτάω το χέρι, αυτό το παγωμένο χέρι που την τελευταία μέρα στο νοσοκομείο άπλωσε για να με αγγίξει.  Δεν φοβάμαι, αλλά με πονάει, πολύ με πονάει, αυτός ο κύκλος της ζωής.


Και λίγο πιο μετά, στο νεκροταφείο της πέρα γειτονιάς,
έτσι όπως κλείνει το καπάκι της ξύλινης κάσας, 
νιώθω να κλείνει μαζί του ένα μέρος της παιδικής μου ηλικίας.


Τέλος εποχής.





Μαρία,
31.08.2012 

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

"Παρά λίγο"




"-Πήρα το γράμμα σου μετά την εκτέλεση, είπε ο Σήζαρ ύστερα από μια παύση. Παρά λίγο να πάρω το αεροπλάνο να ‘ρθω να σε βρω.

Του είχα στείλει ένα σύντομα γραμματάκι όταν έμαθα για τη εκτέλεση του πατέρα του. Λίγα μόνο λόγια, ότι η χώρα είναι απάνθρωπη, ότι εύχομαι να ‘χα γεννηθεί κάπου αλλού. Αλλά, πάλι, όλα τα μέρη είναι απάνθρωπα∙ πάνω κάτω αυτά είχα γράψει σ’ εκείνο το γράμμα.  

-Παρά λίγο να έρθω να σε βρω, ξανάπε.

-Παρά λίγο, αντήχησα ύστερα από λίγο.

Γελάσαμε.

Ήθελα να του πω ότι παρά λίγο να του τηλεφωνούσα όταν πέθανε ο Τζέρρυ Γκαρσία∙ αλλά δεν του το είπα. Φοβήθηκα μη νομίσει ότι παρά λίγο θα του τηλεφωνώ υπεραστικά κάθε φορά που θα συμβαίνει κάτι άσχημο στον κόσμο. 

-Είμαι ο παρά λίγο τύπος, φαίνεται, είπε γελώντας πάλι.

Μετά δεν μιλήσαμε για λίγο, συνεχίσαμε το δρόμο μας κοιτώντας μπροστά∙ όταν μπήκαμε στην περιοχή του αεροδρομίου, είπε:

-Παρά λίγο να σου πάρω μια  Strat κάποτε. ‘Ηταν μεταχειρισμένη. Μαύρη και ασημί. Ήταν γαμώ τις κιθάρες. Αλλά δεν σ’ την πήρα. Δεν την αγόρασα.

Ένιωθα το χρόνο να τελειώνει και σκέφτηκα να τον αρπάξω και να τον φιλήσω, αλλά ήταν μια παλιά αίσθηση και μια παλιά σκέψη∙ είχα συνηθίσει να την έχω και να μην υποκύπτω σ’ αυτήν. 

-Σου λείπει καθόλου το Λ.Α.; ρώτησα.

Ξαφνικά μου ήρθε να βάλω τα κλάματα.

-Παίρνω ακόμα τη Vida Nueva, απάντησε αόριστα. Μας τη στέλνουν δωρεάν.

-Ναι, τη στέλνουν σε πολλούς ισπανόφωνους, είπα, αφηρημένη, γιατί σκεφτόμουνα το «μας». «Μας» ήταν ο Σήζαρ και η Σελίνα, η Σελίνα και ο Σήζαρ.

Έτσι, με άφησε έξω από το τέρμιναλ κι έφυγε αργά αργά. Γύρισα και κατευθύνθηκα προς το γκισέ των εισιτηρίων χωρίς να κοιτάξω πίσω∙ άκουσα μόνο τη μηχανή και κατά κάποιον τρόπο ένιωσα το πόδι του να πατάει απαλά το γκάζι∙ Δεν είχα αποσκευές∙ καθώς περνούσα από τη θύρα αναχώρησης, ένιωσα ελαφριά, όπως όταν ήμουν φτιαγμένη, και ήταν σαν να πετούσα."




Σώτη Τριανταφύλλου, 
«Φτωχή Μάργκο»






....



Κι ίσως αν κάποια "παραλίγο" παρέμειναν "παραλίγο"
Αν αυτό το λίγο που έλειπε δεν πέρασε στην αντίπερα όχθη, 
δεν ξε-πέρασε τον εαυτό του,
δεν έγινε πολύ, πάρα πολύ, απόλυτο
δεν νίκησε ενδοιασμούς και σκέψεις
δεν νίκησε εγωισμούς
Κι έμεινε εκεί
λίγο
παρα-λίγο

πάει να πει ότι ίσως η απόσταση να ήταν πιο μεγάλη από αυτή που βλέπαμε
ίσως το χάσμα του παραλίγο να ήταν τελικά
πάρα πολύ.




Μαρία
Αύγουστος 2012