Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

Τελευταία μέρα του χρόνου...


Τελευταία μέρα του χρόνου κι η πόλη έστησε ένα μαγικό σκηνικό για να τον αποχαιρετήσει: νιφάδες χιονιού πέφτουν από τον ουρανό χορεύοντας.

Ο αποχαιρετισμός έχει ξεκινήσει από χθες. Στο σπίτι της Κ., δίπλα στο δέντρο... "Κορίτσια, το 2015 έφτασε στο τέλος του. Τελικά τι πρόσημο βάζετε;". Φέρνω στο μυαλό μου για ένα δευτερόλεπτο τους τελευταίους μήνες. Μετά σκέφτομαι ότι δεν αξίζει για λίγους μήνες δυσκολίας να χαλάσει το πρόσημο μιας ολόκληρης χρονιάς. Το 2015 ήταν μια γεμάτη χρονιά: είχε όμορφες στιγμές, πολλά ταξίδια, όνειρα, ιδέες, αναμνήσεις με φίλους, με τους δικούς μου ανθρώπους, είχε αγάπη, πολλή αγάπη. Μας φέρθηκε καλά, και τα όποια προβλήματα μας έφερε ήταν ανθρώπινα και ξεπερνιόνταν. Μας έχει καλά και μας βρίσκει όλους μαζί. "Θετικό πρόσημο", λέω. 

Το ίδιο βράδυ σε ένα άλλο, εξίσου ζεστό σπίτι, πίνω με καλούς φίλους το τελευταίο κρασί της χρονιάς δίπλα στο τζάκι. Σκέφτομαι ότι και πέρυσι είχαμε μαζευτεί ίδια μέρα, στο ίδιο σπίτι. Σαν να μην πέρασε μια μέρα, πάλι όλοι μαζί.

Σήμερα ξύπνησα νωρίς. Ήθελα να τελειώσω όλες τις δουλειές για να κατέβω στο κέντρο για την τελευταία βόλτα. Από τότε που θυμάμαι τον ενήλικο εαυτό μου (ίσως και νωρίτερα) κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς κατεβαίνω στο κέντρο της Αθήνας: χαζεύω στα βιβλιοπωλείο, παίρνω τα τελευταία δώρα, και πίνω τον τελευταίο καφέ της χρονιάς. Φέτος πίνω τον τελευταίο-τελευταίο καφέ της χρονιάς με τον Κ., έναν πολύ καλό φίλο που έχω να τον δω ακριβώς έναν χρόνο. Έχουμε δώσει ραντεβού στην Πρωτοπορία, το αγαπημένο μου βιβλιοπωλείο, τον βλέπω από μακριά ενώ περιμένω στο ταμείο, με βλέπει κι εκείνος, έρχεται με αγκαλιάζει και μου λέει: "Σε βλέπω πιο όμορφη από ποτέ". Του χαμογελώ. Μου έλειψε. Σε ένα γωνιακό καφέ της Πλατείας Εξαρχείων που πάντα θα μου θυμίζει τα φοιτητικά μου χρόνια, καθόμαστε και ξεκινάμε την κουβέντα. Έχουμε τόσα πολλά να πούμε! Τον ρωτάω για τη ζωή του στην Αντίς Αμπέμπα, στην Αφρική, όπου ζει τα τελευταία δύο χρόνια. Με ρωτάει για τη ζωή στη Βαρκελώνη. Μετά τα νέα και τα σχέδια για το μέλλον, η κουβέντα ξεφεύγει και πάει σε άλλα μονοπάτια, πιο φιλοσοφικά... Μιλάμε για τη ζωή, τις σχέσεις, τον έρωτα. Πάντα μου αρέσουν οι συζητήσεις με τον Κ. Μ'αρέσει ο τρόπος που σκέφτεται, που βλέπει τα πράγματα, μ'αρέσει η μποέμ ζωή του. Του λέω ότι τον θαυμάζω και ότι είμαι περήφανη που είναι φίλος μου. Πιστεύει ότι τον πειράζω και γελάει, αλλά εγώ το εννοώ. Ενώ καθόμαστε γυρίζω και κοιτάω έξω από τη μεγάλη τζαμαρία: οι νιφάδες πέφτουν τώρα πιο δυνατές. Κοιτάω αυτήν τη γωνία Αραχώβης και Θεμιστοκλέους, το παλιό ΒΟΞ, τον πεζόδρομο που βγάζει στην Ίντριγκά, τις πορτοκαλιές... Νιώθω χαρούμενη γι αυτήν την μικρή στιγμή. 

Βγαίνοντας στο δρόμο αποχαιρετιόμαστε με τον Κ. με μια ζεστή αγκαλιά και ευχές για το νέο έτος. Μακάρι να ξαναβρεθούμε σύντομα, εδώ ή σε κάποιο άλλο μέρος του κόσμου. Δένω πιο ζεστά το κασκόλ μου και παίρνω τον δρόμο της επιστροφής. Οι νιφάδες δεν σταματούν να πέφτουν, έχει αρχίσει να σουρουπώνει. Ανάβουν σιγά-σιγά τα φώτα της πόλης. Ανεβαίνω τη Σόλωνος και πάω προς την Ασκληπιού. Κάνω μια γρήγορη στάση για (ένα ακόμα) βιβλίο που θα μου κάνω δώρο. Αποφασίζω να γυρίσω σπίτι με το τρόλεϊ για να χαζέψω τους δρόμους λίγο ακόμα... Περιμένοντας στην Ακαδημίας μένω να κοιτάζω τον δρόμο: το χιόνι που πέφτει, τα λαμπιόνια που ανάβουν, το γκριζομώβ χρώμα του σούρουπου, τους ανθρώπους με τα χοντρά παλτό που περπατούν κρατώντας τσάντες με τα τελευταία ψώνια... Και ξαφνικά σβήνουν για μένα οι ήχοι της πόλης και νιώθω πως αυτήν την σκηνή τη ντύνει μία μουσική, μια μελωδία... Την ακούω... Ένα μαγικό σκηνικό για την τελευταία μέρα του χρόνου.

Έφτασε το τρόλεϊ. Ανεβαίνω και βρίσκω μια θέση να καθίσω. Στο δρόμο απολαμβάνω κάθε δευτερόλεπτο της διαδρομής. Αιχμαλωτίζω κάθε στιγμή, κάθε εικόνα. Με ένα παράλληλο τρόπο, από τα μάτια μου περνούν ταυτόχρονα οι διάφορες σκηνές που έζησα το 2015. Στα τζάμια του τρόλεϊ προβάλλονται στιγμές από τον χρόνο που φεύγει. Όπως στις ταινίες ...

Κατεβαίνω στη στάση μου και είμαι σίγουρη ότι στο πρόσωπό μου είναι ζωγραφισμένο ένα χαμόγελο. Ναι, το 2015 έχει θετικό πρόσημο!



Φωτογραφία μέσα από την τζαμαρία. Ο τελευταίος καφές του 2015, 
Floral, Πλατεία Εξαρχείων.




Μ.
31.12.2015
Αθήνα

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Τέσσερις μήνες μετά...



"Το αύριο, το σήμερα
είναι η μεγάλη χίμαιρα..."





Ο χρόνος πέρασε. Πέρασε από εκείνη την τελευταία ανάρτηση στην οποία προσπαθούσα να  βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά, προσπαθούσα να δω τα πράγματα αλλιώς. Προσπαθούσα να συνέλθω από τα απανωτά χαστούκια του φθινοπώρου.

Επιστροφή στην Ελλάδα για γιορτές. Πρώτο βράδυ στο χωριό απόψε. Πάνε μήνες από εκείνη την τελευταία ανάρτηση. Αυτό δε σημαίνει ότι όλο αυτό το διάστημα δεν σκεφτόμουν και δεν έγραφα. Και σκεφτόμουν και έγραφα. Αλλά για κάποιο λόγο, ό,τι έγραφα έμενε μισοτελειωμένο, έμενε στα πρόχειρα. Σκόρπιες λέξεις, όχι και τόσο σκόρπιες σκέψεις. 

Πρώτο βράδυ στο χωριό απόψε. Και το μυαλό μου δεν μπορεί να μη γυρίσει πίσω, σ' εκείνο το τελευταίο βράδυ εδώ το καλοκαίρι, τον Αύγουστο, τότε που ο χρόνος μέτρησε αντίστροφα για την αλλαγή. Όπως και τώρα, ξαπλωμένη στο μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι κοιτούσα τη θάλασσα και άκουγα τα κύματα... Αργά, όταν τα αδιάκριτα φώτα των μαγαζιών και των σπιτιών σβήνουν και μένει μόνο το φως του φανοστάτη, του φεγγαριού, των αστεριών και του φάρου... Είχα μόλις τελειώσει τη "Μεγάλη Χίμαιρα" του Καραγάτση. Χτες το είδα στο θέατρο σε μία συγκλονιστική παράσταση που δε μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου. Σχήμα κύκλος και πάλι. (Μη με ρωτάς γιατί ψάχνω συμβολισμούς στο καθετί. Δε μπορώ να κάνω αλλιώς.)

Τότε και τώρα. Τέσσερις μήνες σχεδόν. Πρώτη φορά νιώθω ότι οι μήνες από το καλοκαίρι μέχρι τα Χριστούγεννα δεν πέρασαν γρήγορα. Νιώθω ότι έζησα την κάθε μέρα, ένιωσα το βάρος του χρόνου- ειδικά εκείνον τον πρώτο καιρό. Ένιωσα ότι η κάθε μέρα ήταν επιβίωση. Επιβίωση σε ένα καινούργιο, εχθρικό περιβάλλον. Βουτιά στα βαθιά. Η κάθε μέρα ήταν αμφισβήτηση. Τι κάνω; Γιατί το κάνω; Μπορώ να το κάνω; Η κάθε μέρα ήταν ένας μικρός αγώνας, μία πάλη. Η κάθε μέρα ήταν μία ερώτηση: Αντέχεις;

Τέσσερις μήνες μετά έχω απάντηση: αντέχω

Στην τελευταία ανάρτηση έγραφα: "Φέτος πρέπει να μάθω να αφήνω τα προβλήματα πίσω και-έστω και για λίγο-να βρίσκω στιγμές που να με κάνουν να βλέπω τα πράγματα αλλιώς. Πρέπει να μάθω να παίρνω αποστάσεις. Να βρω το δικό μου καταφύγιο.

Και, δεν μπορεί, όλο αυτό κάπου θα οδηγεί. Μένει να περιμένω και να δω πού θα με βγάλει..." 

Προσπάθησα να κάνω πράξη αυτό που έγραψα τότε. Να παίρνω αποστάσεις. Να βρω το δικό μου καταφύγιο, αυτό στο οποίο θα μπαίνουν μόνο όσοι θέλω εγώ. Έβαλα αυτήν την άσκηση στον εαυτό μου και νομίζω είμαι σε καλό δρόμο: σήμερα βλέπω τα πράγματα αλλιώς. 

Δεν ξέρω ακόμα πού θα με βγάλουν οι αλλαγές, ξέρω μόνο ότι από αυτές θα μάθω. Έτσι θέλω να βλέπω την κάθε εμπειρία, ως μία ευκαιρία για να μάθω.

Τώρα θα κλείσω τα μάτια και θα κοιμηθώ πιο ήρεμη απ' ό, τι εκείνη τη νύχτα του Αυγούστου.  Και θα ξέρω ότι αυτή η ηρεμία δεν είναι κάτι που ήρθε φυσικά ή που μου χαρίστηκε. Είναι κατάκτηση. Δική μου κατάκτηση. Και σ' αυτήν τη σκέψη ίσως χαμογελάσω κιόλας.



Μ.
27.12.2015
Κυπαρίσσι Λακωνίας






Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

Las cosas son como son.

Φθινόπωρο και οι μέρες περνούν.

Τι φθινόπωρο κι αυτό. Τι μήνες κι αυτοί οι δύο που μας πέρασαν. Το καλοκαίρι έχει μείνει για πάντα πίσω. Έχω κρατήσει στο κινητό μια φωτογραφία από την Πανσέληνο του Αυγούστου στο χωριό, εκείνη τη νύχτα που έλαβα την είδηση. Υπάρχει ένα πριν και ένα μετά από τότε. Την κοιτάω ενίοτε και σκέφτομαι πόσο ανυποψίαστη και ήρεμη ήμουν μέχρι εκείνη την ημέρα.

Οι μέρες περνούν, αλλά όχι εύκολα. Μερικές φορές τα πράγματα δεν είναι όπως τα περιμένουμε. Σκέφτομαι πού θα με οδηγήσει όλο αυτό, η καινούργια δουλειά, η καινούργια καθημερινότητα. Θα με αλλάξει άραγε; Θα με κάνει πιο δυνατή, πιο σκληρή, θα με κάνει να έχω πιο γερό στομάχι; Τι θα μου διδάξει, τι θα μάθω;

Έπρεπε να έρθουν έτσι τα πράγματα; Άραγε πάω τα πράγματα εκεί που πραγματικά θέλω να πάνε; Εγώ πάω εκεί που πραγματικά θέλω να πάω;
Τις προάλλες σε ένα αγαπημένο μπαρ βρήκα μία κάρτα που έλεγε: Las cosas son como son.Si no serían otra cosa.” Τα πράγματα είναι όπως είναι. Αλλιώς θα ήταν κάτι άλλο. Είναι αλήθεια. Οι συνθήκες είναι όπως είναι και δε θ’ αλλάξουν-τουλάχιστον προς το παρόν. Αυτό που μπορώ και πρέπει ν’ αλλάξω είναι η στάση μου απέναντί τους.

Προσπαθώ.

Χρόνος. Χρειάζεται χρόνος.

Χτες δεν πήγα στο γραφείο και έμεινα να δουλέψω από το σπίτι. Το απόγευμα βρήκα λίγο χρόνο και βγήκα να περπατήσω. Η πόλη ήταν ήσυχη, είχε αυτόν τον ρυθμό της καθημερινής μέρας που τόσο αγαπώ. Είχε αυτήν την όψη που δεν τη βλέπεις το σαββατοκύριακο. Τη ζωή που κυλάει. Δεν τρέχει, κυλάει. Περπάτησα μόνη, όπως έκανα παλιά. Κοιτούσα τον ουρανό και μετά το ρολόι. Απόγευμα κι ακόμα έχει ήλιο. Τελευταίες μέρες που είναι απόγευμα κι έχει ακόμα φως. Μεθαύριο αλλάζει η ώρα κι έτσι θα ξεκινήσει κι επίσημα ο δρόμος προς το χειμώνα. (Πόσο με μελαγχολεί αυτή η αλλαγή της ώρας…)

Τις μέρες που είναι καθημερινή και μπορώ να κάνω μια βόλτα στην πόλη είμαι ευτυχισμένη. Βλέπω τα πράγματα αλλιώς. Πιο φωτεινά, πιο αισιόδοξα.
Φέτος πρέπει να μάθω να αφήνω τα προβλήματα πίσω και-έστω και για λίγο-να βρίσκω στιγμές που να με κάνουν να βλέπω τα πράγματα αλλιώς. Πρέπει να μάθω να παίρνω αποστάσεις. Να βρω το δικό μου καταφύγιο.

Και, δεν μπορεί, όλο αυτό κάπου θα οδηγεί. Μένει να περιμένω και να δω πού θα με βγάλει...


Μ.
23.10.2015
Βαρκελώνη   






Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

Σαν μια κοπέλα σε πίνακα του Hopper...








Στο βιβλίο που διαβάζω ένας αγαπημένος συγγραφέας περιγράφει τη γυναίκα της ζωής του σαν μια κοπέλα από πίνακα του Hopper. Την περιγράφει τόσο όμορφα, τόσο ιδιαίτερα, τόσο βαθιά, τόσο απλά, αλλά και τόσο ουσιαστικά.

Και σκέφτομαι πόσες φορές θα ήθελα να με περιγράψει και μένα κάποιος σαν μια κοπέλα από πίνακα του Hopper. Αυτήν που ατενίζει το παράθυρο καθισμένη σε ένα κρεβάτι ενός άδειου δωματίου. Ή εκείνη που αργά τη νύχτα στέκεται σε μια πολυθρόνα και χαζεύει το δρόμο. Μα πιο πολύ θα ήθελα να υπήρχε κάποιος που "θα άγγιζε την έκταση της στοργής και της θλίψης μου" και θα έβλεπε σε μένα αυτήν την κοπέλα που πάντα ήμουν, αυτήν τη γυναίκα που γίνομαι. 

Διαβάζω την περιγραφή και τα ματιά μου γεμίζουν δάκρυα, από μια θλίψη σχεδόν απαισιοδοξία ότι τα χρόνια περνάνε, ο καιρός περνάει κι ίσως δε σταθώ τυχερή, ίσως η ζωή δε φέρει ποτέ στο δρόμο μου αυτόν που θα με δει σαν την κοπέλα από τον πίνακα του Hopper. Αυτόν που θα με δει ακριβώς όπως είμαι, σε όλες τις διαστάσεις, σ' αυτά που λέω και σ' αυτά που δε λέω. Και πιο πολύ φοβάμαι μην αφεθώ, μην με παρασύρει κι εμένα ο χρόνος, μην τυχόν πω κι εγώ, δε βαριέσαι, αυτά δε συμβαίνουν, αυτό το απόλυτο δεν υπάρχει, κι αν υπάρχει δεν το βρίσκουν όλοι... Και φοβάμαι μην πάψω να το περιμένω και συμφιλιωθώ με την ιδέα ότι ίσως δεν έρθει ποτέ. 



Μ.
27.09.2015
Βαρκελώνη

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

Μεταβατικές σκέψεις...








Πρώτη εβδομάδα στη Βαρκελώνη, επιστροφή στην πραγματικότητα, επιστροφή στη νέα πραγματικότητα. Έχουν περάσει μόνο λίγες μέρες και μου φαίνεται σαν να είναι τόσος καιρός από τότε που μύριζα το γιασεμί του χωριού, κοιτούσα το φεγγάρι να βγαίνει, καθόμουν στο χαγιάτι για να χαζέψω τη θάλασσα...

Γύρισα και στη Βαρκελώνη είναι ήδη φθινόπωρο, με σύννεφα και βροχή, και ζακετάκια για την πρώτη ψύχρα. Ήταν ένα όμορφο και γεμάτο καλοκαίρι, αλλά μου φάνηκε, πώς να το πω, πως τέλειωσε κάπως απότομα, τσακ και τέλος, χωρίς μια περίοδο μετάβασης, χωρίς να προλάβω να καταλάβω ότι αλλάζει η εποχή, η μία φεύγει η άλλη έρχεται. Το αεροπλάνο που με πήρε μια ζεστή νύχτα από την Αθήνα και με προσγείωσε ξημερώματα στη δροσερή Βαρκελώνη. Αυτή ήταν η μετάβαση από τη μία εποχή στην άλλη- από την ξεγνοιασιά του καλοκαιριού στις ευθύνες του φθινοπώρου- ένα αεροπλάνο, μία πτήση, τρεις ώρες. 

Και προσγειώθηκα. Ναι, προσγειώθηκα, προσέκρουσα στη γη. Απότομα, χωρίς να το καταλάβω. Και μετά ήρθε ένα τρένο και με πήγε ψηλά, στα βουνά, λίγο έξω από την πόλη, κι εγώ κοιτούσα, κοιτούσα, τα τεράστια δέντρα, το πράσινο, τους δρόμους, τις στάσεις με ονόματα που δεν ξέρω, τους ανθρώπους, και ήταν όλα, όλα καινούργια. Και μετά έφτασα στην καινούργια δουλειά, στη νέα μου καθημερινότητα. Κι ήταν όλα τόσο καινούργια κι εγώ κοιτούσα σαν χαμένη, ζαλισμένη από τη μετάβαση, από το εδώ και το εκεί που πάλι μπλέχτηκε μέσα μου, από τη διαφορά ώρας, εποχής, φάσης, διάθεσης.

Και μετά, βράδυ πια, πήρα το τρένο προς την αντίθετη κατεύθυνση, προς το σπίτι, κουρασμένη από την πρώτη μέρα της επιστροφής, με τις σκέψεις κουβάρι. Και μου έλεγα "κάθε αρχή και δύσκολη", αλλά μετά όλα θα στρώσουν, θα το δεις. Και πάλι σκεφτόμουν, μήπως έπρεπε να μείνω στα ίδια, σ' αυτά που τόσα χρόνια ήξερα, σ' αυτά που δε με φοβίζουν; Και μετά ξαναέλεγα, όχι, όχι, πρέπει να θυσιάζουμε ένα μέρος της ασφάλειάς μας για να προχωράμε. Για να εξερευνούμε τα όριά του εαυτού μας. Και θυμήθηκα εκείνη τη φράση του Mark Twain και όσα είχα γράψει και πιο παλιά

Sail away from the safe harbor. 
Explore.
Dream.
Discover.

Αλλά για να ανακαλύψουμε πρέπει πρώτα να φύγουμε από το σίγουρο λιμάνι. Το τι μας έδωσε αυτός ο απόπλους θα το καταλάβουμε αργότερα. Ίσως το επόμενο καλοκαίρι, όταν θα ξαναμυρίζω το γιασεμί της αυλής μας να έχω μάθει κάτι παραπάνω για μένα, για τα όριά μου. Να έχω προχωρήσει, έστω και ένα βήμα.


Μ.
11.09.2015
Βαρκελώνη






Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

Μεταμεσονύχτιο...



Αυτή η συγκεκριμένη θέα της  Αθήνας από ψηλά πάντα θα με ηρεμεί.

Χρειάζομαι λίγη ηρεμία μετά τις μέρες που προηγήθηκαν. Πόσες αλλαγές, πόσες εξελίξεις... Τελικά όντως "η ζωή ξέρει" κι εμείς πρέπει να την εμπιστευόμαστε. 

...

Ξέρεις ποιο είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα με τις καινούργιες εξελίξεις; Την Σάντα Ρίτα! Ναι, εκείνη την Αγία του Ανέφικτου. Θυμάμαι όταν γύρισα τον Ιούνιο από τη Νέα Υόρκη έχοντας μάθει τη μη εκπλήρωση αυτού που τόσο περίμενα, μπήκα στο σπίτι και αμέσως έψαξα τα τριανταφυλλάκια της Σάντα Ρίτα. Τα κοίταξα και σκέφτηκα "κοίτα να δεις, φέτος δε μου έκανε τη χάρη..." Κι όμως! Το ανέφικτο έρχεται εκεί που δεν το περιμένεις τελικά! Και η Σάντα Ρίτα είναι η Αγία μου, πάει και τελείωσε! 

...

Καινούργια αρχή, λοιπόν. Κάθε αρχή και δύσκολη. Το στομάχι μου τις τελευταίες μέρες έχει γίνει κόμπος. Κοιμάμαι ελάχιστα. Η αγωνία του νέου ξεκινήματος. Θα τα καταφέρω; Αντέχω; Μέχρι πού μπορώ να φτάσω; Ναι, αλλά αυτό δεν ήθελες;, θα μου πεις. Ναι, αυτό ήθελα. Ή περίπου αυτό. Αλλά φοβάμαι κιόλας. Το άγνωστο. Το πάλι από την αρχή.

...

Μεσάνυχτα Τετάρτης σ' ένα μπαρ στο Χολαργό. "Θα σας τα πω εσάς, γιατί αν είναι να βάλω τα κλάμματα από την αγωνία και το άγχος, καλύτερα να το κάνω εδώ, σε σας. Στο σπίτι δε θέλω να με δουν να φοβάμαι." Το λέω στην Ο. και στην Κ. "Μάλλον με πήρανε". Τα ποτήρια τσουγκρίζουν. Το προηγούμενο βράδυ, τότε που ακόμα δεν είχαμε ιδέα για το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, οι ίδιες φίλες τσουγκρίσαμε στο "να συμβεί το καλύτερο". Ό, τι κι αν είναι αυτό. 

Και το καλύτερο συνέβη τελικά. 

Τσιν-τσιν. Είναι ωραίο οι φίλοι σου να χαίρονται με τις χαρές σου.

... 

Στο σπίτι δε θέλω να με δουν να φοβάμαι, αλλά οι γονείς πάντα ξέρουν. Θα τα καταφέρεις, θα μάθεις. Οι γονείς, εκτός από ότι ξέρουν, έχουν κι αυτόν το μαγικό τρόπο να σε ηρεμούν. Δεν είναι ότι κάνουν κάτι. Είναι ότι είναι εκεί. Κι αυτό αρκεί. Ελάτε, απόψε θα σας κεράσω για την καινούργια μου αρχή. Σ' αυτήν την ταράτσα με θέα την πόλη μας. 

Τρία ποτήρια. Δύο ουίσκι και μία σανγκρία. 
Τσιν-τσιν.
Καλή αρχή, παιδάκι, λένε. 
Πόσο σας αγαπώ. Πόσο σας χρειάζομαι. Πόσο τυχερή είμαι που σας έχω.

...

Ξαπλωμένη στο κρεβάτι του παιδικού μου δωματίου μιλώ στο τηλέφωνο. Στην άλλη γραμμή, Βαρκελώνη. 'Ελα, πότε θα γυρίσεις επιτέλους; Ευτυχώς ζύγωσαν οι μέρες. Έλα και φθινοπώριασε. Σε περιμένω στο σπίτι μας.

...

Η ώρα κοντεύει τρεις και πάλι δε με παίρνει ο ύπνος. Νιώθω κάπως πιο ήρεμη. Όλα θα πάρουν το δρόμο τους. Και αν μπορώ να χαμογελώ είναι γιατί ξέρω πώς όποιο δρόμο και να πάρουν τα πράγματα, τον καλό ή τον όχι και τόσο ευχάριστο, υπάρχουν κάποιοι που θα μου πουν "μη φοβάσαι". Και δεν είναι ότι θα κάνουν κάτι. Είναι ότι θα είναι εκεί. Κι αυτό αρκεί. 

...

Κλείνω τα μάτια. Νιώθω ευγνωμοσύνη.
Για όσα έχω. Για όσους έχω.

Καλό ξημέρωμα.




Μ.
03.09.2015
Αθήνα

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2015

Οι πόρτες που κλείνουν, οι πόρτες που ανοίγουν...


Το είδα τελικά. 

Αυτό που πριν από δύο μήνες έγραφα δειλά, ενώ τα μάτια μου ήταν ακόμα υγρά και μελαγχολικά από εκείνη τη μη εκπλήρωση, αποδείχθηκαν τελικά αλήθεια. 

"Σήμερα έκλεισε μια πόρτα, αύριο θα ανοίξει μια άλλη".

Συμπέρασμα: να σηκώνεσαι και να κοιτάς μπροστά. 


Μ. 
Αθήνα
01.09.2015

Συμπεράσματα της τελευταίας μέρας...






Σήμερα είναι η τελευταία μέρα στη Νέα Υόρκη. Αποφάσισα να κάνω μια τελευταία βόλτα στο Central Park. Κατέβηκα στη στάση 96st με Central Park West και ήρθα να περπατήσω γύρω από το Jacqueline Kennedy Onassis Reservoir που είναι το αγαπημένο μου κομμάτι του πάρκου. Υπάρχει μια μεγάλη λίμνη και γύρω γύρω ξεπροβάλλουν οι ουρανοξύστες. 

Σήμερα είναι η τελευταία μου μέρα στη Νέα Υόρκη. Πέρασαν κιόλας δυο εβδομάδες στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ατέλειωτες ώρες περπατήματος και μοναξιάς, πολλές σκέψεις και συμπεράσματα. 

Σήμερα είναι η τελευταία μου μέρα στη Νέα Υόρκη. Η τύχη τα έφερε έτσι ώστε το πρωί να ξυπνήσω με μια άσχημη είδηση: κάτι που περίμενα πολύ δεν ήρθε τελικά. Τώρα κάθομαι σε ενώ παγκάκι και μέσα μου χορεύουν τόσα συναισθήματα, η λύπη, η απογοήτευση, η αγωνία για το μέλλον τώρα που μια πόρτα έκλεισε, la desilusión που λένε και οι Ισπανοί. Ταυτόχρονα κοιτάω γύρω μου, πόση ομορφιά σ’ αυτό το πάρκο. Μια στιγμή μοναδική που δεν θα επαναληφθεί και γι αυτό δε θέλω να τη συνδέσω με άσχημα συναισθήματα. Μια συγγραφέας που αγαπώ πολύ λέει ότι η Νέα Υόρκη είναι η πόλη των τσακισμένων ονείρων. Το δικό μου όνειρο δεν είχε να κάνει με αυτήν την πόλη, αλλά κοιτά που με πέτυχε εδώ η μη εκπλήρωση του, κάτι που με κάνει να ψάχνω σύνδεση με αυτήν τη φράση. 

Σήμερα είναι η τελευταία μέρα στη Νέα Υόρκη και δε θέλω να κυλάνε δάκρυα στα μάγουλά μου. Θέλω να θυμάμαι μια ωραία στιγμή που με βοήθησε να δω τα πράγματα αλλιώς. Ο αέρας φυσάει και μου παίρνει τα μαλλιά, είναι τόσο ανακουφιστικά μετά τις μέρες καύσωνα που περάσαμε τελευταία. Όλα μοιάζουν τόσο ήρεμα, στα νερά της λίμνης κολυμπάνε πάπιες. Μπροστά σ αυτήν την ήρεμη στιγμή θέλω να ανασυγκροτηθώ. Να βάλω νέους στόχους. Σκέφτομαι τα θετικά: είμαι εδώ και είμαι καλά. Αύριο θα είμαι στο σπίτι μου, όπου με περιμένει κάποιος που μου έλειψε πολύ. Το καλοκαίρι είναι μπροστά. Η ζωή είναι μπροστά.

Σήμερα είναι η τελευταία μέρα στη Νέα Υόρκη. Κοιτάζω μια τελευταία φορά τους ουρανοξύστες και λέω "δε φεύγω λυπημένη. Σήμερα έκλεισε μια πόρτα, αύριο θα ανοίξει μια άλλη."


Θα το δεις.


M.
NYC, Central Park
24.06.2015




Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2015

Επιστροφή στη γέφυρα του Μπρούκλιν...









Παρασκευή πρωί. Παίρνω τo μετρό μέχρι την Fulton Street. Σήμερα θέλω να περάσω τη γέφυρα του Μπρούκλιν. Έχω καιρό να το κάνω. Στα δυο τελευταία ταξίδια δεν την επισκέφτηκα. 

Πάντα θα θυμάμαι την πρώτη φορά που πέρασα αυτήν την γέφυρα. Πάνε τώρα πέντε χρόνια. Τώρα, καθισμένη σε ένα μικρό καφέ δίπλα στο ποτάμι, την κοιτάω από κάτω, μια εκείνη, μια τους ουρανοξύστες του Μανχάταν απέναντι, την κορυφή του Empire State Building δίπλα, την γέφυρα του Manhattan λίγο πιο πίσω, τα αυτοκίνητα που πάνε και έρχονται ασταμάτητα. Κοιτάω και ξανακοιτάω και θυμάμαι εκείνη την πρώτη φορά, την τόσο διαφορετική, την τόσο γεμάτη με συναισθήματα, με ενθουσιασμό, με μάτια που έλαμπαν από την χαρά της ανακάλυψης του καινούργιου, του διαφορετικού, αλλά και μάτια που έλαμπαν για άλλους λόγους, δικούς τους, πιο κρυφούς και βαθείς. Θυμάμαι εκείνη τη πρώτη φορά, τη μαγεία της πρώτης φοράς, τη μαγεία ενός απογεύματος Ιουνίου και πάλι. Ψιλοέβρεχε κι εγώ κρατούσα μια μικροσκοπική κρεμ ομπρέλα και την στρογγυλή μου ψάθινη τσάντα κι εκείνο το γαλάζιο φόρεμα-ποσά χρόνια πάνε που δεν το φοράω πια; Κλείνω τα μάτια και με θυμάμαι να κοιτάω και να αισθάνομαι τόσα πολλά, να κοιτάω με μάτια αδηφάγα και να λέω στον εαυτό μου κοίτα τελικά μπορούμε να ζήσουμε και στην πραγματική ζωή σκηνές από ταινία. Εκείνη η πρώτη φορά θα είναι πάντα για μένα σκηνή βγαλμένη από ταινία.

Τώρα σε ένα  καφέ με κόκκινες καρέκλες και τραπεζάκια η ίδια κοπέλα, με άλλο φόρεμα αλλά την ίδια ψάθινη στρογγυλή τσάντα με τα ίδια μάτια αλλά με άλλο βλέμμα κοιτάει  και πάλι τη γέφυρα του Μπρούκλιν. Ίσως η στιγμή δεν έχει την ίδια μαγεία του άλλοτε. Είναι πιο ρεαλιστική, άλλα δεν παύει να είναι ιδιαίτερη. Αυτό λέω στον εαυτό μου και θέλω να το πιστέψω. Μερικές φορές όταν  η ανάμνηση είναι πιο μαγική από το σήμερα, κινδυνεύουμε να χάσουμε την τωρινή στιγμή. Εμένα, όμως, δε μ' αρέσει να χάνω τις στιγμές. Γιατί πάντα έλεγα ότι κάθε στιγμή έχει κάτι όμορφο, κάτι που μπορεί να σου μείνει, φτάνει να θέλεις και να ξέρεις να κοιτάζεις. 

Όταν θα περάσουν χρόνια και θα διαβάζω αυτές τις γραμμές θέλω να θυμάμαι ότι κάποτε σε κάποιο από τα ταξίδια στην πόλη που δεν κοιμάται ποτέ καθόμουν σε ένα κόκκινο τραπεζάκι, διαβάζοντας ένα βιβλίο και κοιτώντας τη γέφυρα του Μπρούκλιν. Κι ίσως τότε σκεφτώ πώς ακόμα κι αυτή η στιγμή, η πιο ρεαλιστική, η πιο προσγειωμένη στην πραγματικότητα, αυτή που τώρα ίσως χάνει αν συγκριθεί με το κάποτε,  θα μπορούσε να είναι κι αυτή μία στιγμή από ταινία...




Μ.,
Brooklyn Bridge, NYC
12.06.2015

Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2015

Μέρες αδέσποτες...


"Μέρες αδέσποτες σφυρίζουν στο μπαλκόνι μου
μέρες αδέσποτες σφηνώθηκαν στην πόλη μου
σημαδεύουνε το μέλλον πετυχαίνουν το παρόν..."






Μέσα καλοκαιριού κιόλας. 

Οι τελευταίες μέρες. Μέρες αδέσποτες. Περνούν γρήγορα και είναι περίεργες. Μουδιασμένες. Και πόσα πράγματα περνάνε από το μυαλό μας. 

Πάνε μόνο δύο εβδομάδες από τότε που γύρισα από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, αλλά με τόσα γεγονότα  έκτοτε μου φαίνεται τόσο μακριά το ταξίδι αυτό... Κι είχα τόσο πολλά που ήθελα να γράψω εδώ, τόσα πράγματα για όσα είδα, ένιωσα και έμαθα εκείνες τις μέρες. Θα αρχίσω να τα περνάω σιγά-σιγά, κι έτσι ίσως να  'ναι σαν να ξαναζώ κάπως τις στιγμές εκείνες. 

Μέρες αδέσποτες αυτό το καλοκαίρι μου. Και δεν τις θέλω αδέσποτες τις μέρες μου, θέλω να τις ζω, να τις καταλαβαίνω, να τις αισθάνομαι. Το χρειαζόμουν πολύ αυτό το καλοκαίρι.  Δε θέλω να μου φύγει από τα χέρια πριν προλάβω να το καταλάβω...


Μ.
10.07.2015
Βαρκελώνη

Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Rosas de Santa Rita... II.




Πέρυσι 22 Μαΐου έμαθα την ύπαρξη της Santa Rita, της Αγίας του ανέφικτου. Και είχα τόσο ενθουσιαστεί με το γεγονός ότι υπήρχε μία Αγία που μπορείς να της ζητήσεις ό, τι θεωρείς αδύνατο, που είχα πει ότι του χρόνου δε θα ξεχάσω το έθιμο και θα πάω στην οδό Hospital, θα πάρω τα μικρά τριανταφυλλάκια και θα τα πάω στην Σάντα Ρίτα. 

Αλλά μ' αυτούς τους ρυθμούς που ζούμε κοντεύουμε να ξεχάσουμε και το όνομά μας, πόσο μάλλον την Σάντα Ρίτα! Και την ξέχασα, λοιπόν, την καημένη την Αγία. 

Κι όμως! Προχθες, που ήταν η γιορτή της έτυχε να πρέπει να κατέβω στις Λας Ράμπλας. Και λέω ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο, γιατί εγώ σχεδόν ποτέ δεν κατεβαίνω στις Λας Ράμπλας, πόσο μάλλον ένα μεσημέρι Παρασκευής. Κατεβαίνοντας, λοιπόν, αρχίζω να βλέπω τα ανθοπωλεία γεμάτα με μικρά τριανταφυλλάκια. Μου πήρε λίγα λεπτά να καταλάβω τι γινόταν, και μετά αναφώνησα... η Σάντα Ρίτα! Σήμερα γιορτάζει η Σάντα Ρίτα! Πήρα αμέσως τηλέφωνο την μαθήτριά μου, αυτήν που πέρυσι μου είχε μάθει αυτό το έθιμο. Το είχε ξεχάσει κι εκείνη! Μετά από λίγη ώρα βρεθήκαμε και οι δύο μπροστά από την εκκλησία στο Ραβάλ, με ένα ματσάκι λουλούδια στα χέρια. Η ουρά ήταν τεράστια, κοίτα τελικά πόσος κόσμος έχει ανάγκη να ζητήσει το αδύνατο. Μπήκαμε μέσα και η μαθήτριά μου μου λέει, "Venga, pídele lo imposible". Ζήτησέ της το αδύνατο!

Ζήτησα και φέτος το ανέφικτο. Πάντα θα υπάρχει κάτι αδύνατο που θέλουμε να ζητήσουμε. Και πάντα θα υπάρχει μία Σάντα Ρίτα που θα ελπίζουμε ότι ίσως μας το πραγματοποιήσει. 

Δεν ευχήθηκα το ίδιο με πέρυσι, ζήτησα κάτι άλλο. Γύρισα σπίτι, έβαλα τα τριανταφυλλάκια στο βάζο. Πρέπει να ξεραθούν και μετά να τα κρατήσω μέχρι του χρόνου τέτοια μέρα. Σε έναν χρόνο από τώρα θα ξέρω αν η ευχή μου πραγματοποιήθηκε ή όχι. 

¡Hasta el año que viene!


Μ.
24.05.2015
Βαρκελώνη 

Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Η στιγμή της 30ής του μηνός...XVIII








Απρίλης. Πέρασε τόσο γρήγορα που ούτε τον κατάλαβα.

Πολλά ταξίδια, πολλές βαλίτσες. Αεροπλάνα, αυτοκίνητα, τρένα, άλλα αεροπλάνα. Είναι ωραία τα ταξίδια, αλλά είναι ωραίο και να γυρίζεις σπίτι.

Έγραψα πολλά σ΄ αυτά τα ταξίδια και σκέφτηκα άλλα τόσα. Ίσως μια μέρα βρουν το δρόμο τους και βγουν από το συρτάρι.

Τέλος του μήνα και σκέφτομαι την απόφαση των τελευταίων ημερών και πώς πάρθηκε. Έκανα καλά, δεν έκανα, ο χρόνος θα δείξει. Αποφάσισα ν’ αφήσω κι εγώ μια φορά τα πράγματα στην τύχη τους, ν’ ακολουθήσω αυτό που λένε «το ένστικτό μου». Την καρδιά μου.

Δε θέλω να φύγω.   

Αυτό μου ψιθύρισε ο εαυτός μου αυτήν την εβδομάδα. Το είπε σιγανά, τόσο ψιθυριστά, σαν αεράκι. Ίσως φοβήθηκε την αντίδρασή μου.

Δε θέλω να φύγω. Δε θέλω να ξεκινήσω πάλι από το μηδέν, δεν έχω το κουράγιο. Δε θέλω να πάψω να μιλάω ισπανικά,  να πάψω ζω ανάμεσα σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Δε θέλω να μαζέψω τις βαλίτσες μου για μία βόρεια, γκρίζα και παγωμένη χώρα, με μια αλαμπουρνέζικη γλώσσα που δεν ξέρω και ούτε τρελαίνομαι να μάθω. Θέλω να δώσω στη Βαρκελώνη άλλη μία ευκαιρία.

Δε θέλω να φύγω. Είναι περίεργο που το λέω, γιατί από την αρχή του φθινοπώρου προετοίμαζα στο μυαλό μου τη μελλοντική φυγή μου από αυτήν την πόλη που δεν έχει πια τόσες ευκαιρίες να μου δώσει.

Ή μήπως έχει;

Δεν έκανα την αίτηση. Τα χαρτιά έμειναν στο φάκελο με τα «πρόχειρα», για την επόμενη φορά- αν και εφόσον.

Δεν έκανα την αίτηση. Οι αποφάσεις τελικά έχουν μεγάλο βάρος. Πονάς μέχρι να τις πάρεις.

Δεν ξέρω αν έκανα καλά. Το μόνο που ξέρω είναι ότι την επόμενη νύχτα της απόφασης κοιμήθηκα ανάλαφρη, σαν να μου είχε φύγει από πάνω ένα τεράστιο βάρος.

Γιατί για μια φορά κι εγώ πρέπει ν’ ακούσω αυτό το ψιθύρισμα του εαυτού μου!


«-Κι αν χάσουμε;


-Απλά … θα ξαναρχίσουμε από την αρχή. 

Το ζήτημα είναι αν θα κινήσουμε.»  



Μ.
30.04.2015
Βαρκελωνη

Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

“Every time we say goodbye, I die a little…”






Πέρασαν οι μέρες, γρήγορα και πάλι, γρήγορα όπως πάντα. Για άλλη μια φορά, στο αεροπλάνο της επιστροφής, σ’ αυτό που με πάει από το ένα σπίτι στο άλλο— χωρίς ποτέ να μου αποκαλύπτει ποιο είναι τελικά πιο «σπίτι» από το άλλο, ίσως γιατί και τα δύο είναι  πια κομμάτια και ζωές που δεν κόβονται, είναι ένα, και γι αυτό δεν μπορούν να συγκριθούν και δεν υπάρχει και λόγος άλλωστε.

Πάνε τώρα έξι χρόνια, επτά αν υπολογίσω και τον χρόνο στο Παρίσι, που πηγαινοέρχομαι πέρα-δώθε, εδώ κι εκεί, τόσες ώρες πτήσεων, τόσα αεροπλάνα, τόσα ταξίδια ανάμεσα στα σύννεφα, αλλά ορκίζομαι πως σε κάθε πτήση που με παίρνει από την Αθήνα, κοιτάζω έξω από το παράθυρο και αναπολώ τις στιγμές που μόλις έζησα εκεί με την ίδια νοσταλγία και συγκίνηση σαν να ήταν η πρώτη φορά. Όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Every time we say goodbye, I die a little…”, λέει το τραγούδι και είναι πραγματικά από τις φορές που ένας μόνο στίχος καταφέρνει να περιγράψει όλα όσα έχει κανείς στο μυαλό του, όσα νιώθει και σκέφτεται. Κάπως έτσι νιώθω κι εγώ κάθε φορά που λέω αντίο στην πόλη μου, κάθε φορά που χαιρετάω τους δικούς μου ανθρώπους και λέμε καλή αντάμωση ξεκινώντας ήδη την αντίστροφη μέτρηση μέχρι την επόμενη φορά που θα βρεθούμε. Και κοίτα τώρα κάτι πράγματα, δεν ξέρω αν το φαντάζομαι ή είναι όντως έτσι, αλλά πάντα την ώρα του αποχαιρετισμού νιώθω τις αγκαλιές τους πιο σφιχτές και τα βλέμματα τους πιο ζεστά.

Η κάθε επιστροφή φέρει μια βαλίτσα γεμάτη από όμορφες αναμνήσεις, αυτές που φτιάχτηκαν για να με κρατάνε το διάστημα μέχρι επόμενη αντάμωση. Είναι εικόνες, λέξεις, απογεύματα, βράδια, ξενύχτια, μουσικές.

“Every time we say goodbye, I die a little…”. Δεν είμαι λυπημένη. Ο ουρανός έξω από το παράθυρο είναι καταγάλανος, τα σύννεφα τόσο ωραία σχηματισμένα, ο ήλιος λάμπει. Δεν μπορεί κανείς να είναι λυπημένος με έναν τέτοιο ουρανό. Ούτε με ένα αεροπλάνο που σε πάει σε ένα σπίτι όπου κάποιος σε περιμένει με ανυπομονησία και αγάπη. Δεν είμαι λυπημένη. Όμως ορκίζομαι ότι δεν ξέρω από πού ξεφύτρωσαν πάλι αυτά τα δάκρυα που με ακολουθούν σε κάθε πτήση επιστροφής.  



Μ.,
07.04.2015
Πτήση Αθήνα-Βαρκελώνη  


Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

Η στιγμή της 30ής του μηνός... XVII.




Η αλλαγή της ώρας. Θερινή ώρα. Η μέρα που αλλάζει η ώρα είναι η πιο αισιόδοξη του χρόνου. 

Η άνοιξη. Η άνοιξη είναι ο τρόπος του Θεού να πει "πάμε άλλη μια φορά".*

Η πόλη. Η αγαπημένη πόλη. Σ' αυτήν που πάντα επιστρέφω και ξαναφεύγω με την ίδια νοσταλγία και συγκίνηση.

Οι άνθρωποι. Οι δικοί μου άνθρωποι. Το ξενύχτι ξημερώνοντας 30ής του μηνός και τα γέλια. Το μεσημέρι με την μαμά και τον μπαμπά στο κέντρο, δίπλα στις ράγες του ηλεκτρικού, κοιτάζοντας την Ακρόπολη. (Αν μου έλεγε κανείς να περιγράψω εικόνες της δικής μου Αθήνας, σίγουρα μία θα ήταν αυτή: Η Ακρόπολη ειδωμένη από την Αδριανού και από κάτω να περνάει ο ηλεκτρικός, μ'αυτόν τον ήχο άλλης εποχής). Το σούρουπο στα μικρά αθηναϊκά ταρατσάκια του κέντρου, κρυμμένα ανάμεσα στα παλαιοπωλεία. Οι κουβέντες με θέα τις στέγες των σπιτιών και την Ακρόπολη. Η βουή της πόλης αλλά και η ησυχία. 

Η μοναχική βόλτα. Η πόλη κι εγώ. Τα σοκάκια της Πλάκας, τα σκαλιά που σε βγάζουν σε παλιά, ξεχασμένα σπίτια, τα μηνύματα στους τοίχους... Η πόλη έχει φωνή. Κι εγώ την ακούω. Μιλάω μαζί της. Της λέω ότι μου λείπει. Ότι αυτή η βόλτα, ο περίπατος στην καρδιά της είναι και περίπατος στην δικιά μου καρδιά. Στις αναμνήσεις, στις μυρωδιές, στις εικόνες. Περίπατος στο τώρα και το άλλοτε. Στο πού ήμουν και πού είμαι. Στο ποια ήμουν και ποια είμαι. 

Η μαγεία. Περπατάω και φτάνω σε μία γκαλερί. Ένας υπέροχος πίνακας με κάνει να σταματήσω. Από μέσα ακούγεται μουσική από πιάνο. Την ξέρω αυτή τη μελωδία. Την ξέρω καλά. Η σονάτα του Σεληνόφωτος. Το πρώτο μέρος. Ανοίγω την πόρτα και μπαίνω δειλά. Μια πιανίστα ντυμένη στα μαύρα χαϊδεύει ένα πιάνο. Εκεί ανάμεσα στους μεγάλους πίνακες και στην μουσική του πιάνου, νιώθω να τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα. Δεν είναι λύπης. Είναι ανείπωτης συγκίνησης γι αυτήν την όμορφη στιγμή, τη σχεδόν μαγική. 

Δεν είχα αμφιβολία ότι αυτή θα ήταν η στιγμή της 30ής αυτού του μηνός: το πιάνο, η άνοιξη, η πόλη, το φως, η αισιοδοξία, η αγάπη, η νοσταλγία, η ανάμνηση, η μαγεία. Ο τρόπος της ζωής να μας πει "πάμε άλλη μια φορά". 
  


*Robert Orben




M.
30.03.2015
Αθήνα

Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

Η στιγμή της 30ής του μηνός... XVIII.





Με την καινούργια χρονιά, ξεκίνησα και μία καινούργια συνήθεια: να απαντάω κάθε μέρα στην ερώτηση που μου θέτει ένα μικρό βιβλίο-ημερολόγιο, που ταξίδεψε για μένα από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Κάθε μέρα το ημερολόγιο σου κάνει μία ερώτηση. Κάθε σελίδα-μέρα έχει χώρο για πέντε χρόνια, είναι σαν να λέμε το πενταετές σου ημερολόγιο ή κάτι παρεμφερές τελοσπάντων. Έτσι με κάθε χρόνο που περνάει, μπορείς να βλέπεις τι σκεφτόσουν τέτοια μέρα τις προηγούμενες χρονιές, αν και κατά πόσον έχει αλλάξει η στάση σου σε κάποια πράγματα, και γενικά πώς έχεις εξελιχθεί εσύ ή οι ιδέες σου μέσα στο χρόνο. Το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον, αν και δεν ξέρω αν θα καταφέρω να τηρήσω αυτή τη συνήθεια κατά γράμμα.

Μερικές ερωτήσεις είναι απλές και πιο επιφανειακές, όπως τι έφαγες σήμερα ή ποιο ήταν το τελευταίο εστιατόριο που πήγες, και άλλες είναι λίγο πιο βαθιές και ίσως σε προβληματίσουν όταν πας να τις απαντήσεις. 

Σήμερα η ερώτηση είναι "Τι θέλεις να ξεχάσεις;"

Δεν ξέρω γιατί, αλλά νομίζω ότι η απάντησή μου για φέτος θα είναι μονολεκτική: τίποτα.






Μ.
30.01.2015
Βαρκελώνη