Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

« Ό, τι μου λείπει με προστατεύει από αυτό που θα χάσω.»






Αυτήν την εβδομάδα επέστρεψα στη Βαρκελώνη. Μετά από πολύ καιρό έμεινα απολύτως μόνη. Την Παρασκευή το απόγευμα, φεύγοντας από το Πανεπιστήμιο ξεκίνησα να περπατάω στους δρόμους με μια περίεργη αίσθηση ανικανοποίητου. Δεν ξέρω πώς να εξηγήσω αυτό που αισθάνθηκα, αλλά ήταν μια γνώριμη αίσθηση που την έχω νιώσει και στο παρελθόν και που συνοδεύεται πάντα από μπερδεμένες σκέψεις. Την έχω αισθανθεί και στην Αθήνα, παλιά πολύ παλιά, τότε που ακόμα ζούσα εκεί, αλλά και στο Παρίσι. Μια κούραση. Και ένα τέλμα. Και τα δύο συνδέονται με την πόλη. 

Περπατούσα, λοιπόν, και σκεφτόμουν μήπως τελικά ο κύκλος μου στη Βαρκελώνη φτάνει στο τέλος του. Δεν είναι μια σκέψη που την έκανα ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ. Με πόνεσε η σκέψη αυτή, όπως ακριβώς με πονάει τώρα και η καταγραφή της. Σ' αυτήν την πόλη έχω εδραιώσει την ενήλικη ζωή μου. Εδώ είναι το σπίτι μου. Όχι το πατρικό μου. Το σπίτι μου. Εδώ ξεκίνησα να πρωτοδουλεύω, να παίρνω τη ζωή στα χέρια μου, να ανεξαρτητοποιούμαι, να πατάω στα πόδια μου. Σ' αυτό το σπίτι, σ' αυτό το γραφείο, κοιτάζοντας τη συγκεκριμένη θέα, υπό το φως της συγκεκριμένης λάμπας, έκανα τόσες σκέψεις, τόσα όνειρα. Σ' αυτήν την πόλη έμαθα πράγματα για μένα που δεν τα ήξερα, άγγιξα όρια μου που δεν  φανταζόμουν. Η περιπλάνηση στην πόλη ήταν και είναι μια παράλληλη περιπλάνηση στον εαυτό μου. 

Αυτή η πόλη τώρα είναι η πόλη μου. Τόσο καθημερινότητα που καμιά φορά ξεχνάω ότι δεν γεννήθηκα εδώ, ότι δεν ζούσα ανέκαθεν εδώ, ότι αυτή δεν ήταν από πάντα η γειτονιά μου.

Η σκέψη ότι θα χάσεις κάτι που είναι δικό σου, μέρος της ζωής σου, τη ζωή σου, κάτι που με κόπο έφτιαξες σιγά-σιγά, είναι μια σκέψη οδυνηρή. Προσπαθούσα να με φανταστώ να αφήνω πίσω «το εδώ μου» για ένα άγνωστο «αλλού», αλλά υπέφερα, υπέφερα στη σκέψη ότι δεν θα ξαναμοιραστώ την ίδια ρουτίνα με τους ανθρώπους που γνώρισα και έχουν γίνει δικοί μου, τους μαθητές μου, τα μέρη που έκανα δικά μου. Η ζωή που έζησα εδώ είναι μια ζωή που δεν θα τη βρω αλλού, που θα την κουβαλάω πάντα μέσα μου. Και φοβάμαι, ναι φοβάμαι, να τα αφήσω πίσω όλα και να ξεκινήσω άλλη μια φορά από την αρχή, από το μηδέν, άγνωστη μεταξύ αγνώστων.

Από την άλλη πάλι, έλεγα στον εαυτό μου, μήπως το εδώ με κρατάει στάσιμη, μήπως το επόμενο βήμα πρέπει να γίνει κάπου αλλού; Μήπως μια άλλη πόλη περιμένει να γίνει πόλη μου;

Δεν κατέληξα κάπου. Και η αλήθεια είναι ότι στις παραπάνω, κάπως πεσσιμιστικές σκέψεις, συνέβαλε και το γεγονός ότι ένιωθα απογοητευμένη για την έλλειψη ευκαιριών τη συγκεκριμένη εποχή εδώ, αλλά και το ότι είναι οι πρώτες μέρες της επιστροφής που πάντα είναι μουδιασμένες και περίεργες. Και το ότι το ο κύκλος του διδακτορικού σε λίγο θα τελειώσει κι εγώ θα πρέπει να σκεφτώ το μετά. Και το πού του μετά. 

Θα ήταν άδικο να μην είμαι ευχαριστημένη με τη ζωή μου εδώ. Όπως θα ήταν άδικο και να μηδενίζω ή να υποτιμώ στις σκέψεις μου όσα έχω προσπαθήσει ή καταφέρει μέχρι τώρα. Αλλά, πες μου γιατί, πάντα κάτι λείπει. Αυτό που λείπει και η αναζήτησή του είναι αυτό που μας πάει παραπέρα. Ίσως τελικά δεν είναι και τόσο άσχημο να μας λείπει κάτι. Όπως και να 'χει, «ό, τι μου λείπει με προστατεύει από αυτό που θα χάσω.» *




*Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ











Μαρία,
13.01.2013