Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

Οι πόρτες που κλείνουν, οι πόρτες που ανοίγουν...


Το είδα τελικά. 

Αυτό που πριν από δύο μήνες έγραφα δειλά, ενώ τα μάτια μου ήταν ακόμα υγρά και μελαγχολικά από εκείνη τη μη εκπλήρωση, αποδείχθηκαν τελικά αλήθεια. 

"Σήμερα έκλεισε μια πόρτα, αύριο θα ανοίξει μια άλλη".

Συμπέρασμα: να σηκώνεσαι και να κοιτάς μπροστά. 


Μ. 
Αθήνα
01.09.2015

Συμπεράσματα της τελευταίας μέρας...






Σήμερα είναι η τελευταία μέρα στη Νέα Υόρκη. Αποφάσισα να κάνω μια τελευταία βόλτα στο Central Park. Κατέβηκα στη στάση 96st με Central Park West και ήρθα να περπατήσω γύρω από το Jacqueline Kennedy Onassis Reservoir που είναι το αγαπημένο μου κομμάτι του πάρκου. Υπάρχει μια μεγάλη λίμνη και γύρω γύρω ξεπροβάλλουν οι ουρανοξύστες. 

Σήμερα είναι η τελευταία μου μέρα στη Νέα Υόρκη. Πέρασαν κιόλας δυο εβδομάδες στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ατέλειωτες ώρες περπατήματος και μοναξιάς, πολλές σκέψεις και συμπεράσματα. 

Σήμερα είναι η τελευταία μου μέρα στη Νέα Υόρκη. Η τύχη τα έφερε έτσι ώστε το πρωί να ξυπνήσω με μια άσχημη είδηση: κάτι που περίμενα πολύ δεν ήρθε τελικά. Τώρα κάθομαι σε ενώ παγκάκι και μέσα μου χορεύουν τόσα συναισθήματα, η λύπη, η απογοήτευση, η αγωνία για το μέλλον τώρα που μια πόρτα έκλεισε, la desilusión που λένε και οι Ισπανοί. Ταυτόχρονα κοιτάω γύρω μου, πόση ομορφιά σ’ αυτό το πάρκο. Μια στιγμή μοναδική που δεν θα επαναληφθεί και γι αυτό δε θέλω να τη συνδέσω με άσχημα συναισθήματα. Μια συγγραφέας που αγαπώ πολύ λέει ότι η Νέα Υόρκη είναι η πόλη των τσακισμένων ονείρων. Το δικό μου όνειρο δεν είχε να κάνει με αυτήν την πόλη, αλλά κοιτά που με πέτυχε εδώ η μη εκπλήρωση του, κάτι που με κάνει να ψάχνω σύνδεση με αυτήν τη φράση. 

Σήμερα είναι η τελευταία μέρα στη Νέα Υόρκη και δε θέλω να κυλάνε δάκρυα στα μάγουλά μου. Θέλω να θυμάμαι μια ωραία στιγμή που με βοήθησε να δω τα πράγματα αλλιώς. Ο αέρας φυσάει και μου παίρνει τα μαλλιά, είναι τόσο ανακουφιστικά μετά τις μέρες καύσωνα που περάσαμε τελευταία. Όλα μοιάζουν τόσο ήρεμα, στα νερά της λίμνης κολυμπάνε πάπιες. Μπροστά σ αυτήν την ήρεμη στιγμή θέλω να ανασυγκροτηθώ. Να βάλω νέους στόχους. Σκέφτομαι τα θετικά: είμαι εδώ και είμαι καλά. Αύριο θα είμαι στο σπίτι μου, όπου με περιμένει κάποιος που μου έλειψε πολύ. Το καλοκαίρι είναι μπροστά. Η ζωή είναι μπροστά.

Σήμερα είναι η τελευταία μέρα στη Νέα Υόρκη. Κοιτάζω μια τελευταία φορά τους ουρανοξύστες και λέω "δε φεύγω λυπημένη. Σήμερα έκλεισε μια πόρτα, αύριο θα ανοίξει μια άλλη."


Θα το δεις.


M.
NYC, Central Park
24.06.2015




Παρασκευή 17 Ιουλίου 2015

Επιστροφή στη γέφυρα του Μπρούκλιν...









Παρασκευή πρωί. Παίρνω τo μετρό μέχρι την Fulton Street. Σήμερα θέλω να περάσω τη γέφυρα του Μπρούκλιν. Έχω καιρό να το κάνω. Στα δυο τελευταία ταξίδια δεν την επισκέφτηκα. 

Πάντα θα θυμάμαι την πρώτη φορά που πέρασα αυτήν την γέφυρα. Πάνε τώρα πέντε χρόνια. Τώρα, καθισμένη σε ένα μικρό καφέ δίπλα στο ποτάμι, την κοιτάω από κάτω, μια εκείνη, μια τους ουρανοξύστες του Μανχάταν απέναντι, την κορυφή του Empire State Building δίπλα, την γέφυρα του Manhattan λίγο πιο πίσω, τα αυτοκίνητα που πάνε και έρχονται ασταμάτητα. Κοιτάω και ξανακοιτάω και θυμάμαι εκείνη την πρώτη φορά, την τόσο διαφορετική, την τόσο γεμάτη με συναισθήματα, με ενθουσιασμό, με μάτια που έλαμπαν από την χαρά της ανακάλυψης του καινούργιου, του διαφορετικού, αλλά και μάτια που έλαμπαν για άλλους λόγους, δικούς τους, πιο κρυφούς και βαθείς. Θυμάμαι εκείνη τη πρώτη φορά, τη μαγεία της πρώτης φοράς, τη μαγεία ενός απογεύματος Ιουνίου και πάλι. Ψιλοέβρεχε κι εγώ κρατούσα μια μικροσκοπική κρεμ ομπρέλα και την στρογγυλή μου ψάθινη τσάντα κι εκείνο το γαλάζιο φόρεμα-ποσά χρόνια πάνε που δεν το φοράω πια; Κλείνω τα μάτια και με θυμάμαι να κοιτάω και να αισθάνομαι τόσα πολλά, να κοιτάω με μάτια αδηφάγα και να λέω στον εαυτό μου κοίτα τελικά μπορούμε να ζήσουμε και στην πραγματική ζωή σκηνές από ταινία. Εκείνη η πρώτη φορά θα είναι πάντα για μένα σκηνή βγαλμένη από ταινία.

Τώρα σε ένα  καφέ με κόκκινες καρέκλες και τραπεζάκια η ίδια κοπέλα, με άλλο φόρεμα αλλά την ίδια ψάθινη στρογγυλή τσάντα με τα ίδια μάτια αλλά με άλλο βλέμμα κοιτάει  και πάλι τη γέφυρα του Μπρούκλιν. Ίσως η στιγμή δεν έχει την ίδια μαγεία του άλλοτε. Είναι πιο ρεαλιστική, άλλα δεν παύει να είναι ιδιαίτερη. Αυτό λέω στον εαυτό μου και θέλω να το πιστέψω. Μερικές φορές όταν  η ανάμνηση είναι πιο μαγική από το σήμερα, κινδυνεύουμε να χάσουμε την τωρινή στιγμή. Εμένα, όμως, δε μ' αρέσει να χάνω τις στιγμές. Γιατί πάντα έλεγα ότι κάθε στιγμή έχει κάτι όμορφο, κάτι που μπορεί να σου μείνει, φτάνει να θέλεις και να ξέρεις να κοιτάζεις. 

Όταν θα περάσουν χρόνια και θα διαβάζω αυτές τις γραμμές θέλω να θυμάμαι ότι κάποτε σε κάποιο από τα ταξίδια στην πόλη που δεν κοιμάται ποτέ καθόμουν σε ένα κόκκινο τραπεζάκι, διαβάζοντας ένα βιβλίο και κοιτώντας τη γέφυρα του Μπρούκλιν. Κι ίσως τότε σκεφτώ πώς ακόμα κι αυτή η στιγμή, η πιο ρεαλιστική, η πιο προσγειωμένη στην πραγματικότητα, αυτή που τώρα ίσως χάνει αν συγκριθεί με το κάποτε,  θα μπορούσε να είναι κι αυτή μία στιγμή από ταινία...




Μ.,
Brooklyn Bridge, NYC
12.06.2015

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2015

Μέρες αδέσποτες...


"Μέρες αδέσποτες σφυρίζουν στο μπαλκόνι μου
μέρες αδέσποτες σφηνώθηκαν στην πόλη μου
σημαδεύουνε το μέλλον πετυχαίνουν το παρόν..."






Μέσα καλοκαιριού κιόλας. 

Οι τελευταίες μέρες. Μέρες αδέσποτες. Περνούν γρήγορα και είναι περίεργες. Μουδιασμένες. Και πόσα πράγματα περνάνε από το μυαλό μας. 

Πάνε μόνο δύο εβδομάδες από τότε που γύρισα από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, αλλά με τόσα γεγονότα  έκτοτε μου φαίνεται τόσο μακριά το ταξίδι αυτό... Κι είχα τόσο πολλά που ήθελα να γράψω εδώ, τόσα πράγματα για όσα είδα, ένιωσα και έμαθα εκείνες τις μέρες. Θα αρχίσω να τα περνάω σιγά-σιγά, κι έτσι ίσως να  'ναι σαν να ξαναζώ κάπως τις στιγμές εκείνες. 

Μέρες αδέσποτες αυτό το καλοκαίρι μου. Και δεν τις θέλω αδέσποτες τις μέρες μου, θέλω να τις ζω, να τις καταλαβαίνω, να τις αισθάνομαι. Το χρειαζόμουν πολύ αυτό το καλοκαίρι.  Δε θέλω να μου φύγει από τα χέρια πριν προλάβω να το καταλάβω...


Μ.
10.07.2015
Βαρκελώνη

Κυριακή 24 Μαΐου 2015

Rosas de Santa Rita... II.




Πέρυσι 22 Μαΐου έμαθα την ύπαρξη της Santa Rita, της Αγίας του ανέφικτου. Και είχα τόσο ενθουσιαστεί με το γεγονός ότι υπήρχε μία Αγία που μπορείς να της ζητήσεις ό, τι θεωρείς αδύνατο, που είχα πει ότι του χρόνου δε θα ξεχάσω το έθιμο και θα πάω στην οδό Hospital, θα πάρω τα μικρά τριανταφυλλάκια και θα τα πάω στην Σάντα Ρίτα. 

Αλλά μ' αυτούς τους ρυθμούς που ζούμε κοντεύουμε να ξεχάσουμε και το όνομά μας, πόσο μάλλον την Σάντα Ρίτα! Και την ξέχασα, λοιπόν, την καημένη την Αγία. 

Κι όμως! Προχθες, που ήταν η γιορτή της έτυχε να πρέπει να κατέβω στις Λας Ράμπλας. Και λέω ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο, γιατί εγώ σχεδόν ποτέ δεν κατεβαίνω στις Λας Ράμπλας, πόσο μάλλον ένα μεσημέρι Παρασκευής. Κατεβαίνοντας, λοιπόν, αρχίζω να βλέπω τα ανθοπωλεία γεμάτα με μικρά τριανταφυλλάκια. Μου πήρε λίγα λεπτά να καταλάβω τι γινόταν, και μετά αναφώνησα... η Σάντα Ρίτα! Σήμερα γιορτάζει η Σάντα Ρίτα! Πήρα αμέσως τηλέφωνο την μαθήτριά μου, αυτήν που πέρυσι μου είχε μάθει αυτό το έθιμο. Το είχε ξεχάσει κι εκείνη! Μετά από λίγη ώρα βρεθήκαμε και οι δύο μπροστά από την εκκλησία στο Ραβάλ, με ένα ματσάκι λουλούδια στα χέρια. Η ουρά ήταν τεράστια, κοίτα τελικά πόσος κόσμος έχει ανάγκη να ζητήσει το αδύνατο. Μπήκαμε μέσα και η μαθήτριά μου μου λέει, "Venga, pídele lo imposible". Ζήτησέ της το αδύνατο!

Ζήτησα και φέτος το ανέφικτο. Πάντα θα υπάρχει κάτι αδύνατο που θέλουμε να ζητήσουμε. Και πάντα θα υπάρχει μία Σάντα Ρίτα που θα ελπίζουμε ότι ίσως μας το πραγματοποιήσει. 

Δεν ευχήθηκα το ίδιο με πέρυσι, ζήτησα κάτι άλλο. Γύρισα σπίτι, έβαλα τα τριανταφυλλάκια στο βάζο. Πρέπει να ξεραθούν και μετά να τα κρατήσω μέχρι του χρόνου τέτοια μέρα. Σε έναν χρόνο από τώρα θα ξέρω αν η ευχή μου πραγματοποιήθηκε ή όχι. 

¡Hasta el año que viene!


Μ.
24.05.2015
Βαρκελώνη 

Πέμπτη 30 Απριλίου 2015

Η στιγμή της 30ής του μηνός...XVIII








Απρίλης. Πέρασε τόσο γρήγορα που ούτε τον κατάλαβα.

Πολλά ταξίδια, πολλές βαλίτσες. Αεροπλάνα, αυτοκίνητα, τρένα, άλλα αεροπλάνα. Είναι ωραία τα ταξίδια, αλλά είναι ωραίο και να γυρίζεις σπίτι.

Έγραψα πολλά σ΄ αυτά τα ταξίδια και σκέφτηκα άλλα τόσα. Ίσως μια μέρα βρουν το δρόμο τους και βγουν από το συρτάρι.

Τέλος του μήνα και σκέφτομαι την απόφαση των τελευταίων ημερών και πώς πάρθηκε. Έκανα καλά, δεν έκανα, ο χρόνος θα δείξει. Αποφάσισα ν’ αφήσω κι εγώ μια φορά τα πράγματα στην τύχη τους, ν’ ακολουθήσω αυτό που λένε «το ένστικτό μου». Την καρδιά μου.

Δε θέλω να φύγω.   

Αυτό μου ψιθύρισε ο εαυτός μου αυτήν την εβδομάδα. Το είπε σιγανά, τόσο ψιθυριστά, σαν αεράκι. Ίσως φοβήθηκε την αντίδρασή μου.

Δε θέλω να φύγω. Δε θέλω να ξεκινήσω πάλι από το μηδέν, δεν έχω το κουράγιο. Δε θέλω να πάψω να μιλάω ισπανικά,  να πάψω ζω ανάμεσα σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Δε θέλω να μαζέψω τις βαλίτσες μου για μία βόρεια, γκρίζα και παγωμένη χώρα, με μια αλαμπουρνέζικη γλώσσα που δεν ξέρω και ούτε τρελαίνομαι να μάθω. Θέλω να δώσω στη Βαρκελώνη άλλη μία ευκαιρία.

Δε θέλω να φύγω. Είναι περίεργο που το λέω, γιατί από την αρχή του φθινοπώρου προετοίμαζα στο μυαλό μου τη μελλοντική φυγή μου από αυτήν την πόλη που δεν έχει πια τόσες ευκαιρίες να μου δώσει.

Ή μήπως έχει;

Δεν έκανα την αίτηση. Τα χαρτιά έμειναν στο φάκελο με τα «πρόχειρα», για την επόμενη φορά- αν και εφόσον.

Δεν έκανα την αίτηση. Οι αποφάσεις τελικά έχουν μεγάλο βάρος. Πονάς μέχρι να τις πάρεις.

Δεν ξέρω αν έκανα καλά. Το μόνο που ξέρω είναι ότι την επόμενη νύχτα της απόφασης κοιμήθηκα ανάλαφρη, σαν να μου είχε φύγει από πάνω ένα τεράστιο βάρος.

Γιατί για μια φορά κι εγώ πρέπει ν’ ακούσω αυτό το ψιθύρισμα του εαυτού μου!


«-Κι αν χάσουμε;


-Απλά … θα ξαναρχίσουμε από την αρχή. 

Το ζήτημα είναι αν θα κινήσουμε.»  



Μ.
30.04.2015
Βαρκελωνη

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

“Every time we say goodbye, I die a little…”






Πέρασαν οι μέρες, γρήγορα και πάλι, γρήγορα όπως πάντα. Για άλλη μια φορά, στο αεροπλάνο της επιστροφής, σ’ αυτό που με πάει από το ένα σπίτι στο άλλο— χωρίς ποτέ να μου αποκαλύπτει ποιο είναι τελικά πιο «σπίτι» από το άλλο, ίσως γιατί και τα δύο είναι  πια κομμάτια και ζωές που δεν κόβονται, είναι ένα, και γι αυτό δεν μπορούν να συγκριθούν και δεν υπάρχει και λόγος άλλωστε.

Πάνε τώρα έξι χρόνια, επτά αν υπολογίσω και τον χρόνο στο Παρίσι, που πηγαινοέρχομαι πέρα-δώθε, εδώ κι εκεί, τόσες ώρες πτήσεων, τόσα αεροπλάνα, τόσα ταξίδια ανάμεσα στα σύννεφα, αλλά ορκίζομαι πως σε κάθε πτήση που με παίρνει από την Αθήνα, κοιτάζω έξω από το παράθυρο και αναπολώ τις στιγμές που μόλις έζησα εκεί με την ίδια νοσταλγία και συγκίνηση σαν να ήταν η πρώτη φορά. Όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Every time we say goodbye, I die a little…”, λέει το τραγούδι και είναι πραγματικά από τις φορές που ένας μόνο στίχος καταφέρνει να περιγράψει όλα όσα έχει κανείς στο μυαλό του, όσα νιώθει και σκέφτεται. Κάπως έτσι νιώθω κι εγώ κάθε φορά που λέω αντίο στην πόλη μου, κάθε φορά που χαιρετάω τους δικούς μου ανθρώπους και λέμε καλή αντάμωση ξεκινώντας ήδη την αντίστροφη μέτρηση μέχρι την επόμενη φορά που θα βρεθούμε. Και κοίτα τώρα κάτι πράγματα, δεν ξέρω αν το φαντάζομαι ή είναι όντως έτσι, αλλά πάντα την ώρα του αποχαιρετισμού νιώθω τις αγκαλιές τους πιο σφιχτές και τα βλέμματα τους πιο ζεστά.

Η κάθε επιστροφή φέρει μια βαλίτσα γεμάτη από όμορφες αναμνήσεις, αυτές που φτιάχτηκαν για να με κρατάνε το διάστημα μέχρι επόμενη αντάμωση. Είναι εικόνες, λέξεις, απογεύματα, βράδια, ξενύχτια, μουσικές.

“Every time we say goodbye, I die a little…”. Δεν είμαι λυπημένη. Ο ουρανός έξω από το παράθυρο είναι καταγάλανος, τα σύννεφα τόσο ωραία σχηματισμένα, ο ήλιος λάμπει. Δεν μπορεί κανείς να είναι λυπημένος με έναν τέτοιο ουρανό. Ούτε με ένα αεροπλάνο που σε πάει σε ένα σπίτι όπου κάποιος σε περιμένει με ανυπομονησία και αγάπη. Δεν είμαι λυπημένη. Όμως ορκίζομαι ότι δεν ξέρω από πού ξεφύτρωσαν πάλι αυτά τα δάκρυα που με ακολουθούν σε κάθε πτήση επιστροφής.  



Μ.,
07.04.2015
Πτήση Αθήνα-Βαρκελώνη