Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Η στιγμή της 30ης του μηνός... VIII.




"Οι δρόμοι λες κι έχουν αδειάσει...


Τα φώτα ανάψανε δειλά...

Δεν έχει ακόμα σκοτεινιάσει

κι όλα μπερδεύονται γλυκά...



Κι εγώ μες τα δικά σου μάτια

πώς βρήκα πάλι τη ρωγμή;

Και πέφτω με την ίδια ζάλη,

την ίδια τρέλα και ορμή...



Δεν είναι πως σε περιμένω

και βρίσκω τρόπο για να ζω...

Μα κάπου εδώ είν' αφημένο

ό,τι απόμεινε μισό..."










Η στιγμή της 30ης αυτού του μηνός δεν έχει εικόνα. Έχει ένα τραγούδι: "όλα μπερδεύονται γλυκά..." Η στιγμή της 30ης αυτού του μηνός συμπίπτει με την αλλαγή της ώρας. Αυτής της ώρας που μας φέρνει την άνοιξη. Πάντα σκεφτόμουν ότι η μέρα που ξεκινάει η θερινή ώρα είναι η πιο αισιόδοξη του χρόνου. Γιατί μεγαλώνει η μέρα, μεγαλώνει το φως, μεγαλώνει ο ουρανός πάνω μας.

Σήμερα η μέρα δεν θύμιζε άνοιξη. Ήταν μια μέρα βροχερή κι ουρανός ήταν γκρίζος. Όμως, ακόμα κι έτσι, το βράδυ που γύριζα σπίτι σκεφτόμουν ότι ακόμα και σ' ένα τέτοιο σκηνικό που καθόλου δεν της ταιριάζει, η άνοιξη ήταν παρούσα. Είναι παρούσα γιατί χαμογελάω κι όλα μπερδεύονται γλυκά... 








Μ.
30.03.2014
Βαρκελώνη

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Τάδε έφη...




Η μαμά λέει:
"Για ό, τι έκανες, μη μετανιώνεις."

Η μαμά είναι σοφή. 






Μ.
28.03.2014
Βαρκελώνη

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2014

"Με το ξημέρωμα θα 'ρθει το μέλλον..."





"Τι έγινε μετά δεν είδα, μα κι αν το είδα δεν το λέω. Αυτό που θα συμβεί όταν συμβεί,θα το γνωρίσεις...μην κλάψεις από πριν για κάτι που δεν ξέρεις, με το ξημέρωμα θα 'ρθεί το μέλλον μην φοβάσαι, και όλα θα γίνουν τότε και θα τα μάθεις όλα..."

Aισχύλος-"Ορέστεια"





Οι Παρασκευές είναι ωραίες μέρες, γιατί το απόγευμα δε δουλεύω. Και τώρα τελευταία, όταν δε δουλεύω βγαίνω και περπατάω. Αλλά δεν πάω μακριά, περπατάω στη γειτονιά. Και κάθε μέρα βλέπω πόσο όμορφη είναι και θέλω να το θυμάμαι αυτό, γιατί μερικές φορές οι ρυθμοί μας παρασύρουν τόσο πολύ που ξεχνάμε ότι η ομορφιά είναι δίπλα μας. 

Τα απογεύματα περπατάω. Η άνοιξη έχει ξεμυτίσει σιγά-σιγά και η μέρα μεγαλώνει. Αν κάτι μ' αρέσει όταν έρχεται η άνοιξη, είναι που μεγαλώνει η μέρα. Συνήθως ξεκινάω να περπατάω όλη την Avinguda Gaudí, από τη Σαγράδα Φαμίλια μέχρι το Hospital Sant Pau. Στο δρόμο παίρνω έναν καφέ και μία μικρή ensaimada με σοκολάτα. Είναι ένα μικρό δώρο στον εαυτό μου. Όταν έχω ανεβεί αρκετά τον ανηφορικό πεζόδρομο, σταματάω, κάθομαι σε ένα παγκάκι και κοιτάω κάτω, την Σαγράδα Φαμίλια. Τι όμορφη που ξεπροβάλλει πίσω από τα δέντρα και τους φανοστάτες! Πολύ πιο ανθρώπινη από όταν τη βλέπει κανείς από κοντά. Καθισμένη χαζεύω τον κόσμο που περνάει, τους παππούδες και τις γιαγιάδες που έχουν βγει για την merienda τους και βουτούν churros και melindros στον καφέ τους. Είναι κάτι που θαυμάζω εδώ και το ζηλεύω λίγο- γιατί στην Αθήνα δεν το βλέπω τόσο- οι παππούδες βγαίνουν έξω. Όπως και να είναι, με καροτσάκια, με πατερίτσες, βγαίνουν έξω. Ζουν τη γειτονιά τους, γελάνε. 

Περπατώντας κανείς μπορεί να βάλει πολλές από τις σκέψεις του σε σειρά. Κι αν δεν τις βάλει, τουλάχιστον μπορεί να αναπνεύσει λίγο. Αυτό κάνω κι εγώ, προσπαθώντας να αφήσω πίσω έναν χειμώνα δύσκολο και γκρίζο και να βρω μια ισορροπία, μέσα μου και έξω μου. Και προσπαθώντας να με πείσω ότι δεν περνάνε όλα από το χέρι μου, ότι δεν μπορώ να αγωνιώ για όλους και για όλα. Και μετά διάβασα την παραπάνω φράση και σκέφτηκα ότι μου ταιριάζει αυτήν την εποχή. "Αυτό που θα συμβεί, όταν συμβεί θα το γνωρίσεις", "μην κλάψεις από πριν για κάτι που δεν ξέρεις"... Αλλά πιο πολύ..."με το ξημέρωμα, θα 'ρθει το μέλλον, μη φοβάσαι, και όλα θα γίνουν, και τότε θα τα μάθεις όλα."

Περιμένω το μέλλον, την αλλαγή κι αυτά που θα γίνουν.





Μ.
14.03.2014
Βαρκελώνη






Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

"Je ne veux pas travailler..."




Τα τελευταία πρωινά δυσκολεύομαι πολύ να ξυπνήσω. Το ξυπνητήρι βουίζει στο αυτί μου πάνω από μισή ώρα κι εγώ δεν του δίνω καμία σημασία. "Paso de ello olímpicamente", όπως λέει κι ένας φίλος. Δεν ξέρω αν το ακούω και κάνω ότι δεν το ακούω, ή έχω περάσει σε άλλη διάσταση που να το ακούω ακόμα και σαν μελωδία που συνοδεύει τα όνειρά μου (!). Για τέτοιο επίπεδο μιλάμε!

Δυσκολεύομαι να ξυπνήσω, λοιπόν. Δεν ξέρω τι φταίει. Ή μάλλον, δεν ξέρω τι πρωτοφταίει. Η κούραση είναι ένας λόγος σίγουρα. Η μαζεμένη κούραση. Ίσως φταίνε και τα ξενύχτια. Τώρα τελευταία ξενυχτάω πολύ. Ξενυχτάω διαβάζοντας. Όχι τα άρθρα γλωσσολογίας όπως θα έπρεπε να κάνω ή τη στοίβα με τα βιβλία- αυτήν που μου κρύβει τη θέα- από τη βιβλιοθήκη της σχολής. Διαβάζω άλλα βιβλία. Αυτά που σε κάνουν να φεύγεις μακριά. Αυτά που σε κρατούν κοντά τους, σε αγκιστρώνουν στις σελίδες τους και δεν μπορείς να τους ξεφύγεις. Ούτε και θέλεις να ξεφύγεις.

Τελευταία έχω μια τάση να ξαναδιαβάζω παλιά βιβλία. Δεν ξέρω γιατί το κάνω. Είναι τόσα τα καινούργια βιβλία που θα 'θελα να διαβάσω, που θα έπρεπε να μην γυρνάω συνέχεια στα ίδια. Όμως είναι και το άλλο, αυτή η φράση που λέει ότι καλό βιβλίο είναι αυτό που θέλεις να το ξαναδιαβάσεις, που δεν φτάνει μόνο μια φορά ή καλύτερα, αυτό που κάθε φορά που το διαβάζεις βρίσκεις κάτι καινούργιο μέσα του (και μέσα σου). 

Προχθές, εκεί που με περίμενε στο κομοδίνο το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας του Richard Ford, "Η Μέρα της Ανεξαρτησίας"- συγγραφέας με τον οποίο έχω "κολλήσει" τον τελευταίο καιρό- έκανα κάτι χωρίς νόημα. Άφησα τον Ford να περιμένει, πήγα στη βιβλιοθήκη και πήρα ένα βιβλίο που είχα διαβάσει δύο καλοκαίρια πριν, τον Ιούλιο του 2012. Δεν ξέρω τι με ώθησε στο συγκεκριμένο βιβλίο (ή μήπως ξέρω;)...

Ξεκίνησα να το διαβάζω. Προχθές ξενύχτησα διαβάζοντας το μισό και χθες διαβάζοντας το άλλο μισό. Και τα δύο βράδια το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο: κατέληξα να κλαίω. Να κλαίω δυνατά, με λυγμούς. Διάβαζα τις υπογραμμισμένες φράσεις, σ' αυτές που με βρήκα πριν από δύο χρόνια, και υπογράμμισα κι άλλες, στις οποίες με βρήκα τώρα. Και έκλαψα δυνατά, γι αυτή τη φωνή, γι αυτήν την ιστορία που διάβαζα, που δεν ήταν η δική μου, αλλά ταυτόχρονα ήταν και τόσο δική μου. Και ήταν κάτι τόσο οδυνηρό, αλλά και λυτρωτικό μαζί. Οδυνηρό γιατί φέρνει μπροστά σου τόση αλήθεια που ίσως δεν μπορείς να αντέξεις, αλλά και λυτρωτικό, με αυτήν την λύτρωση που μπορεί να σου δώσει ένα καλό βιβλίο. Την πρώτη φορά που το διάβασα δεν είχα αντιδράσει έτσι. Κι αυτό μ' έκανε να σκεφτώ πόσο έχω αλλάξει αυτό το διάστημα των δύο χρόνων που πέρασαν ή πόσο πιο συνειδητοποιημένη είμαι για κάποια πράγματα στη ζωή μου και στη ζωή γενικά. Και έκλαψα και γι αυτό. Για την συνειδητοποίηση, για την ωρίμαση, για τη θέαση των πραγμάτων ακριβώς όπως είναι. Για το πιο βαθύ βλέμμα, αυτό που ξέρει και καταλαβαίνει γιατί έχει ζήσει.   

Ξενύχτησα με τις φράσεις, ξανά και ξανά, με τις εικόνες, με τους χαρακτήρες. Ξενύχτησα με τις σκέψεις, με μένα, με τη ζωή μου.

Κι ύστερα έπεσα σ' έναν ύπνο βαθύ. Είδα κάποιο όνειρο που δεν θυμάμαι πολύ καλά, θυμάμαι μόνο ένα τρένο και μια γειτονιά του Μπρούκλυν- στην οποία ποτέ δεν είχα πάει και ίσως και να μην υπάρχει. Και το πρωί κοιμόμουν τόσο βαθιά που το ξυπνητήρι χτυπούσε για πάνω από μισή ώρα. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερα να σηκωθώ και να ετοιμαστώ για τη δουλειά.

Και τώρα κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή και πρέπει να γράψω αυτό το παλιοάρθρο που έλεγα και στην προηγούμενη ανάρτηση και δε θέλω, δεν έχω όρεξη. Γιατί το μυαλό μου έχει ανάγκη από άλλο γράψιμο, διαφορετικό. Πιο βαθύ και πιο ουσιαστικό. Πιο εσωτερικό. Έχει ανάγκη από βιβλία και μουσική. Και ορίζοντα. Αυτόν που τώρα νιώθω να μου κλείνουν τα άλλα βιβλία, αυτά της σχολής. 

...


"Veo ahora la foto (...) la sonrisa de esta chica que era yo (...). Veo, sin dejar que me confunda la velada trampa del recuerdo, aquella sonrisa de mis veinte años en una mañana heladora de enero, aquel gesto que parecería de franca felicidad si no fuera porque yo sé lo que aquella chica rumia sin atreverse a confesárselo a sí misma. (...) Lo que puedo ver ahora, tantos años después y tan lejos de mi ciudad y de mí, lo que puedo confesarme a mí misma, sin miedo a traicionarme o a ofenderme innecesariamente por forzar el dañino mecanismo de la sinceridad, es que lo más sobresaliente en esa imagen es la expresión desasistida de una muchacha huérfana, que aquí o allá, en ella o en otras, entonces o ahora, fue y será la misma."  
(Elvira Lindo, "Lo que me queda por vivir")


Πώς να μην κλάψεις μετά. 





Μαρία,
05.03.2014
Βαρκελώνη



Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

"Κάθε Μάρτη αρχίζει μιαν άνοιξη..."


"Κάθε Μάρτη αρχίζει μιαν άνοιξη..."


Μ.Αναγνωστάκης



Πόσο θέλω να πιστέψω αυτήν τη φράση. 

Νιώθω τις μέρες βαριές στην πλάτη μου, την κούραση συσσωρευμένη. 
Γύρισα σπίτι μετά από πολλές ώρες δουλειάς. Είχα τόσα πράγματα να κάνω, ένα άρθρο που χρωστάω εδώ και καιρό, αλλά τέσσερα που πρέπει να διαβάσω, ένα κεφάλαιο της διατριβής που ούτε τολμώ να ξεκινήσω... Μία στοίβα με εκκρεμότητες. Μία στοίβα με πράγματα που πρέπει να γίνουν.

Ενώ εγώ ξέρεις τι ήθελα; Να γυρίσω, να βάλω λίγη τζαζ, να μαγειρέψω κάτι γρήγορο, να φάω με μουσική, να διαβάσω λίγο, να γράψω. Να κάνω πράγματα που με ευχαριστούν. Που θέλω. Να φύγω. Να ΞΕ-φύγω. 

Δεν τα έκανα όλα αυτά, αλλά ούτε και τα παραπάνω που έπρεπε να κάνω έκανα. Και ξέρω ότι αύριο το πρωί θα ξυπνήσω με τύψεις και θα νιώθω άσχημα με μένα και με τα όσα δεν έκανα. Που έπρεπε και δεν έκανα.

Και μετά σκέφτομαι, τι χειμώνας κι αυτός... Και δεν φταίνε μόνο οι υποχρεώσεις που κουράζουν. Φταίει ό, τι κουβαλάω μέσα μου. Αυτή η αβεβαιότητα, αυτή η ατέρμονη νοσταλγία του απραγματοποίητου. Φταίει αυτή η συνειδητοποίηση κάθε βράδυ πώς αυτό που περιμένω δεν ήρθε ούτε σήμερα. Κάθε βράδυ. 

Δεν ήρθε(ς) ούτε σήμερα.

Τις προάλλες η Κ. μου έστειλε μια φωτογραφία με την αφιέρωση που της είχα γράψει σε ένα βιβλίο πριν από πολλά χρόνια. Επτά για την ακρίβεια. Η αφιέρωση έλεγε "Αυτό που ψάχνεις αν θέλει, θα σε βρει." Χρόνια μετά, δεν ξέρω αν το πολυπιστεύω. Ή αν μπορώ να το πιστέψω. Όσο κι αν θέλω. 

Γιατί είναι βράδυ και πάλι δε με βρήκε(ς).

Αλλά μπήκε Μάρτης. Κοιτάω τον αριστερό καρπό του χεριού μου και ο "μάρτης" μου το θυμίζει κάθε στιγμή. Ήρθε ο Μάρτης, και "Κάθε Μάρτη αρχίζει μιαν νέα άνοιξη..."

Και πρέπει να πείσω τον εαυτό μου γι αυτό. Πρέπει να το κάνω. Ή μάλλον δεν πρέπει, θέλω. Γιατί στο κάτω κάτω, "την άνοιξη αν δεν τη βρεις, τη φτιάχνεις". 











Μ.
03.03.2014
Βαρκελώνη

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

Η στιγμή της 30ης (28ης) του μηνός... VII.








Σήμερα το απόγευμα, άνοιξα το πίσω παράθυρο του σπιτιού για να απλώσω τα ρούχα. Ξαφνικά είδα ότι ο ουρανός είχε αλλάξει χρώμα, μια ψιλή βροχή είχε αρχίσει την καθοδική της πορεία, κι εκεί ψηλά πάνω από τα κτίρια, ορθωνόταν ένα τεράστιο ουράνιο τόξο. Καθαρό και μεγάλο. Νομίζω ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα ένα τόσο όμορφο και μαγικό ουράνιο τόξο! 

Σκέφτηκα αμέσως ότι αυτός ήταν ο πιο ωραίος και αισιόδοξος τρόπος για να αποχαιρετίσει κανείς την εβδομάδα, τον μήνα και τον χειμώνα. 

Το χάζευα για ώρα, μέχρι που τα σύννεφα το απορρόφησαν και το πήραν μαζί τους. Τότε έκλεισα το παράθυρο, έβγαλα την απλώστρα και άπλωσα τα ρούχα μέσα. Και δεν ξέρω γιατί, αλλά έχω την αίσθηση ότι όση ώρα άπλωνα, ένα χαμόγελο ζωγραφιζόταν στα χείλη μου...




Μ.
28.02.2014
Βαρκελώνη


Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014

"El invierno en Lisboa..." *



"¿Tú nunca sueñas que te pierdes por una ciudad donde no has estado nunca?" *




Ο χειμώνας στη Λισαβόνα. 

Ο χειμώνας στη Λισαβόνα δεν είναι ένα απλό ταξίδι. Είναι η περιπλάνηση σε μια άλλη πόλη, καινούργια, νοσταλγική. Είναι η περιπλάνηση σε άγνωστα μονοπάτια του εαυτού μας, από αυτά που τελικά μας κάνουν να είμαστε αυτό που είμαστε.

Αυτός ο χειμώνας χρειαζόταν ένα ταξίδι στα βάθη της νοσταλγίας. Της νοσταλγίας όχι μόνο για τα περασμένα, αλλά και για το απραγματοποίητο, αυτό που δεν έχει έρθει ακόμα.

Κοιτάζω μια φωτογραφία- είναι επικίνδυνες καμιά φορά οι φωτογραφίες, αποκαλύπτουν πολύ περισσότερα από όσα μπορείς να φανταστείς και ίσως πολύ περισσότερα από όσα μπορείς να αντέξεις. Κοιτάζω μια φωτογραφία μου, ένα βράδυ στην Alfama- μπορώ ακόμα να ακούσω τους ήχους από τα fados στ' αυτιά μου- και βλέπω στα μάτια μου μια νοσταλγία, όχι γι αυτό που χάθηκε, αλλά γι αυτό που δεν ήρθε. Και βλέπω μέσα τους μια προσμονή. Και μετά μια λάμψη που η πραγματικότητα τη σχίζει. Αλλά δεν την εξαφανίζει. Γιατί η ανάγκη για προσμονή είναι τόσο μεγάλη, που δεν μπορεί να εξαφανιστεί. 

Saudade. 
Τώρα καταλαβαίνω γιατί αυτή η πορτογαλική λέξη δεν μπορεί να βρει αντίστοιχη σε καμία γλώσσα. Νοσταλγία, μία ανεξήγητη μελαγχολία γι αυτό που ποθούμε και χάνουμε ταυτόχρονα. Saudade που βγαίνει από εκείνα τα σκοτεινά κομμάτια του μέσα μας, από τις κρυμμένες γωνιές της καρδιάς μας. Saudade.

"Κανείς δεν γυρνάει ποτέ ίδιος από ένα ταξίδι." Ούτε εγώ γύρισα ακριβώς η ίδια από τη Λισαβόνα. Κουβαλάω αυτήν την πόλη μέσα μου, μέρες μετά την επιστροφή. Barrio Alto ένα βράδυ αργά, το νοσταλγικό κίτρινο τραμ, η Rua da Alegria, η Alfama, η Rua Cruzes da Sé, τα σκαλοπάτια που σ' ανεβάζουν ψηλά, η θέα, το χρώμα, το κίτρινο φως στα στενά δρομάκια, ο Τάγος, η μυρωδιά του Ατλαντικού από μακριά, η βροχή που μουσκεύει ένα απόγευμα Κυριακής, μία κοπέλα που κρατάει στο χέρι ένα βιβλίο του Pessoa και ένα μυθιστόρημα* που την έκανε ν' αγαπήσει αυτήν την πόλη ακόμα περισσότερο... Κι άλλα πολλά αποτυπωμένα στη μνήμη, αναμνήσεις για να γεμίζει η καρδιά και η ζωή μας. El invierno en Lisboa.

"«Soñamos la misma ciudad le había dicho en una de sus últimas cartas», pero yo la llamo San Sebastian y tú Berlin. «Ahora la llamaba Lisboa.»" *



*Αntonio Muñoz Molina, "El invierno en Lisboa"
Φωτογραφία: Το τραμ 12, Λισαβόνα, Φεβρουάριος 2014 ©



M.
27.02.2014
Βαρκελώνη


(Υ.Γ. Στην Κ. γιατί μοιραστήκαμε μαζί λίγη από τη νοσταλγία αυτού του ταξιδιού. Και γιατί ξορκίσαμε κάθε μελαγχολία με άφθονες στιγμές πραγματικού γέλιου. Και γιατί γεμίσαμε κι άλλο το κουτί με τις αναμνήσεις μας. Και δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από αναμνήσεις που μοιράζονται κι από ζωές που γεμίζουν όμορφες στιγμές.)