Σάββατο 29 Αυγούστου 2009

Τα δέντρα.



"Από μικρή λυπόταν τα δέντρα. Αισθανόταν γι αυτά τρυφεράδα μαζί και έλεος. Θυμόταν πως παιδί ακόμα είχε ρωτήσει τη μάνα της: "Μάνα, γιατί τα δέντρα δεν περπατάνε;" Κι εκείνη είχε αποκριθεί: "Γιατί έχουν ρίζες , παιδί μου". Τότε πήγαινε, αγκάλιαζε τους κορμούς και τους ψιθύριζε λόγια παρηγοριάς. Κι εκείνα λύγιζαν και βογκούσαν."

(...)

"Όταν πάτησε το πόδι της στο σταθμό, αναλογίστηκε πως άφηνε πίσω της τη μεγάλη πόλη, τους συμφοιτητές της, αυτά τα δυο χρόνια της ζωής της.

'Ύστερα το τρένο ξεκίνησε. Κάθισε ήρεμη κοντά σ' ένα παράθυρο. Τίποτα δεν άφηνε πίσω της. Όλα τα ΄παιρνε μαζί της. Τον Αλέξη, τον Αντρέα, το Ματωμένο Σπίτι, τον πράσινο φάρο, το λιβάδι... Είχε δοθεί σ' αυτά αυθόρμητα, θαρραλέα, μ' όλη της την αγάπη για τη ζωή. Κι ήταν έτοιμη να δεθεί πιο πολύ με όσα θα 'ρχονταν. Δεν ήταν μόνη και ελεύθερη όπως όταν ξεκίνησε. Γιατί η ελευθερία δεν έχει να κάνει ούτε με την περιπλάνηση ούτε με τους άρρηκτους δεσμούς. 'Έρχεται από μέσα σου. Και οι ρίζες της, χωρίς να το θέλεις, πιάνουν βαθιά στη γη. Κι όσο πασχίζουν να απλωθούν, τόσο βαθύτερα χώνονται.

Ζέστη... Μέσα στο τρένο οι άνθρωποι έκαναν αέρα με περιοδικά, βιβλία ή έβγαζαν μαντίλια και σκούπιζαν τα ιδρωμένα τους μέτωπα. Έξω ο ήλιος χάιδευε τη γη. Το στάρι είχε ωριμάσει. Βαρύ, χρυσό, χαιρόταν την κάψα. Μεστωμένοι καρποί κρέμονταν από τα ακίνητα δέντρα. Αυτή η ακινησία, πέρα από μια τραγικότητα, είχε και κάποιο μεγαλείο.

Και της φάνηκε της Ειρήνης πως στη θέση τους είδε τη θεία Μελανία, τη Νέλλα, την Εσμεράλδα, τη Νόρα, τη μάνα της, τον εαυτό της. Και όλες της άλλες γυναίκες.

Κι έτσι, καθώς το τρένο διέσχιζε τον κάμπο, σκέφτηκε πως τα δέντρα δεν ήταν για να τα λυπάσαι. Γιατί τα δέντρα από τη ρίζα τους ζουν κι από τη ρίζα τους καρπίζουν και λυτρώνονται. "


*από το ομώνυμο έργο της Μαργαρίτας Λυμπεράκη



Μαρία.

29.08.2009

Σάββατο 11 Ιουλίου 2009

Περί ανέμων και υδάτων......



Έμεινα μόνη στο σπίτι.
Θα καθίσω στον καναπέ.
Η ώρα είναι προχωρημένη και η γειτονιά έχει σχετική ησυχία.
Θα ακούσω πάλι τη μουσική από τις ταινίες του Αλμοδόβαρ-μόνιμη συντροφιά μου τον τελευταίο καιρό.
Θα κυνηγήσω λίγες αραχνούλες που έχουν πλέον εγκατασταθεί στο μπλόγκ μου.

Η μύτη μου έχει γίνει κατακόκκινη από τον ήλιο.
Οι Παξοί με γοήτευσαν. Είχα καιρό να περάσω τόσο όμορφα.
Τα βράδια, πριν πάω για ύπνο, μ' αρέσει να συζητάω με κάποιον μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Πιστεύω πως αυτό οφείλεται στο ότι είμαι μοναχοπαίδι και έχω στερηθεί αυτή τη γλυκιά συνήθεια που έχουν πολλές φορές τα αδέρφια. Στις διακοπές, η ώρα που πάμε για ύπνο και συζητάμε για ώρα είναι η αγαπημένη μου.

Πριν λίγο καιρό έπεσε οριστικά και επίσημα η αυλαία της φοιτητικής μου ζωής.
Χάρηκα γιατί μοιράστηκα αυτή τη στιγμή με τα πιο αγαπημένα μου πρόσωπα.
Ένα νέο κεφάλαιο ανοίγει.
Μια καινούργια πόλη ετοιμάζεται να με υποδεχτεί.
Σκέφτομαι ποιο θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα ήθελα να κάνω μόλις φτάσω στη Βαρκελώνη. Νομίζω, να περπατήσω στη Βarceloneta ατενίζοντας τη θάλασσα. Πάντα μου άρεσε η συντροφιά του υγρού στοιχείου.
Δυσκολεύομαι να αφήσω το "εδώ" μου πίσω.
Με πονάνε οι αποχαιρετισμοί. Έστω και οι προσωρινοί.
Σκέφτομαι ποια πράγματα πρέπει πάρω οπωσδήποτε μαζί μου. Πώς να χωρέσουν οι αναμνήσεις σε μια βαλίτσα;
Πάντα παίρνω μαζί μου τον "Μικρό Πρίγκιπα"- το αγαπημένο μου βιβλίο.
Θα αρχίσω να γράφω τη λίστα με τα απαραίτητα από τώρα.

Θα ξαναδιαβάσω το βιβλίο της Μαργαρίτας Λυμπεράκη, "Τα δένδρα". Δε θυμάμαι καλά την ιστορία. Εκείνο που θυμάμαι είναι ότι είχα ταυτιστεί πολύ με την ηρωίδα. Και θέλω να ξαναθυμηθώ το γιατί.

Τις προάλλες γυρνώντας στο σπίτι αργά τη νύχτα είδα ένα πεφταστέρι.
Ευτυχώς πρόλαβα και έκανα ευχή.
(Αλλά δε θα την πω, για να πραγματοποιηθεί.)


Μαρία.
10-7-2009

Κυριακή 24 Μαΐου 2009

Quand partons-nous pour le bonheur?*

Είναι πρωί. Χαρακτηριστική ώρα για αποφάσεις.
Σηκώνομαι. Κοιτάω το δωμάτιο γύρω μου. Δωμάτιο δεν το λες, μπάχαλο θα του ταίριαζε πιο πολύ. Μια στοίβα βιβλία από την εξεταστική (τρεις μήνες πριν), άλλη μία από τα ισπανικά. Βαλίτσες, στρώματα, κουτιά. Ανοίγω τη ντουλάπα. Ακόμα τα χειμωνιάτικα. Σωριάζομαι κάτω. Πνίγομαι. Βλέπω τις ξέχειλες βιβλιοθήκες έτοιμες να με κατασπαράξουν. Θέλω να φωνάξω. Να ουρλιάξω "ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ". Ως εδώ ήταν. Φέρτε τα λεξοτανίλ, τα ζάναξ και ό,τι σας βρίσκετε εύκαιρο. Κουράστηκα. Πάνε τώρα τρεις μήνες που ανατράπηκαν πολλά στην καθημερινότητά μας, και όχι προς το καλύτερο. Αρνούμουν να το αποδεχτώ, έλεγα υπομονή, υπομονή, είναι προσωρινό... Αλλά τελικά το "ουδέν μονιμότερον του προσωρινού" είναι σοφή κουβέντα.
Η συσσωρευμένη μου κούραση καθρεπτίζεται στο δωμάτιο μου. Κουρασμένο κι αυτό. Το κοιτάω... Τι θλιβερή εικόνα...
Στον τοίχο βλέπω τη φράση... "La vie est trop courte pour être petite."
Η ζωή είναι πολύ σύντομη για να είναι μικρή. Το ξαναδιαβάζω. Οι λέξεις στριφογυρνούν στο μυαλό μου. Πώς μπόρεσα να το ξεχάσω;
Σηκώνομαι από το πάτωμα. Ανασκουμπώνομαι. Είπαμε, το πρωί είναι καλή ώρα για αποφάσεις.
Μαζεύω βιβλία, καθαρίζω, σφουγγαρίζω. Τα χειμωνιάτικα με αποχαιρετούν οριστικά. Η ντουλάπα γεμίζει χρώμα! Σειρά έχουν κάποιες μικροαλλαγές ανανέωσης...
Βαθιά ανάσα. Κάπως καλύτερα. Έχει ήδη σουρουπώσει. Κοιτάζω το δωμάτιο και μου φαίνεται πως αυτή η αισιόδοξη όψη του, μού ταιριάζει περισσότερο.


*Charles Baudelaire


Μαρία,
24.05.2009

Κυριακή 12 Απριλίου 2009

"Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται..."

Πολλές φορές αλλιώς τα κανονίζουμε κι αλλιώς μας έρχονται τα πράγματα.
Είχα σκοπό να γράψω μια ανάρτηση για το όμορφο ταξίδι που έκανα πριν λίγες μέρες στην αγαπημένη μου πόλη.

Ωστόσο, τα γεγονότα με υπερβαίνουν και οι εξελίξεις με προσπερνούν.

Ο παππούς μπήκε στο νοσοκομείο. Ξαφνικά και απρόβλεπτα.
Κι έτσι χωρίς να καταλάβουμε τι και πώς βρεθήκαμε στο θάλαμο ενός νοσοκομείου.

Έρχεται Μεγάλη Εβδομάδα. Πρώτη φορά θα μείνω στην Αθήνα. Κάθε χρόνο πηγαίνουμε στο χωριό. Είναι ωραίο το Πάσχα στο χωριό. Τα απογεύματα πηγαίνουμε στην εκκλησία. Είναι τόσο κατανυκτικές οι λειτουργίες της Μεγαλοβδομάδας...

Σήμερα ήμουν στο νοσοκομείο. Ένας ασθενής από το δίπλα κρεβάτι είχε βάλει στην τηλεόραση τη λειτουργία. Κι έτσι για μένα φέτος ο Νυμφίος ήρθε τηλεοπτικός. Κι όσο κι αν δεν το επιδίωξα, ήταν αδύνατο να μην κάνω τη σύγκριση του πέρισυ με το φέτος.
(Αλλά ας πάνε όλα καλά και δεν με πειράζει. )

Μόλις σηκώθηκα να φύγω, χαιρέτησα τον παππού και είπα:
"Παππού, λίγη υπομονή... Αύριο θα έρθουν οι γιατροί και θα δούμε τι θα μας πουν..."
-"Λες να φύγω; Πότε θα μ' αφήσουν να φύγω από 'δω; , με ρώτησε και κρεμόταν από τα χείλη μου σαν μικρό παιδί.
Κούνησα τους ώμους κι ύστερα γύρισα και του έδειξα με ένα νεύμα προς την τηλεόραση, που συνέχιζε να παίζει την ακολουθία του Νυμφίου.
Εκείνος μου έγνεψε συγκαταβατικά το κεφάλι κι εγώ έφυγα γρήγορα, πριν προλάβουν να με προδώσουν τα υγρά μου μάτια.




Μαρία,
12.04.09

Κυριακή 8 Μαρτίου 2009

Εργαζόμενη Γυναίκα.


Στη μαμά...


Μετάφραση του άρθρου "Mujer Trabajadora" της Pilar Crespo Álbarez για την εφημερίδα "El País" (ο5.03.2007):



"Κάποιοι θέλουν στις 8 Μαρτίου να γιορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα της Εργαζόμενης Γυναίκας. Φαίνεται γελοίο να πρέπει να θεσπιστεί μια μέρα στο ημερολόγιο για να ενημερωθούν κάποιοι ότι η γυναίκα είναι εργαζόμενη από τη μέρα που γεννιέται. Συνήθως, οφείλει να προσέχει τα ίδια της τα αδέρφια της, μια και εκείνη είναι σχεδόν πάντα λίγο πιο γνωστική από αυτά. Καθώς μεγαλώνει, με έναν τρόπο φυσικό βοηθάει τη μητέρα της σχεδόν σε όλες τις δουλειές του σπιτιού- εξακολουθώ να βλέπω λίγες περιπτώσεις που τα αγόρια κάνουν το ίδιο-. Πηγαίνει στο Πανεπιστήμιο και κάνει ιδιαίτερα μαθήματα για να καλύψει τα έξοδα των σπουδών της: κάτι σαν μια προετοιμασία γι αυτό που θα είναι για το υπόλοιπο της ζωής της: να τακτοποιεί διάφορες δουλειές χωρίς να χάνει το χαμόγελο, παίρνοντας τους καλύτερους βαθμούς και αμοιβόμενη τον ελάχιστο μισθό για την ίδια δουλειά που κάνουν οι άνδρες συνάδελφοί της.

Θα μπορούσε, άραγε, κάποιος να μου παρουσιάσει πάνω από δυο άνδρες που σιδερώνουν, πλένουν, καθαρίζουν γωνιές, ακαθαρσίες, αλλάζουν πάνες, φυλάνε τα ρούχα της προηγούμενης εποχής, τακτοποιούν ντουλάπες, μαγειρεύουν- και μετά μαζεύουν τα κουζινικά-, πάνε τέσσερις φορές στο σχολείο κάθε μέρα για όλα τα χρόνια που είναι απαραίτητο, μιλούν με τους δασκάλους των παιδιών, ακούν κάθε μέλος της οικογένειας που φτάνει στο σπίτι, είτε είναι η γιαγιά είτε η θεία, τη στιγμή που ετοιμάζουν απογευματινό; Γιατί εκείνη ξέρει για τα φάρμακα περισσότερα και από τους ειδικούς, αφού σε κάθε αρρώστια των παιδιών κάνει και μια διατριβή για να βεβαιωθεί ότι η θεραπεία θα πάει καλά. Γιατί δεν κοιμάται μέχρι να γυρίσουν τα παιδιά, όταν ο σύζυγος, ανεξήγητα, ποτέ δεν ακούει τα κλάμματα των μωρών. Γιατί ξυπνάει πρώτη για να βεβαιωθεί ότι όλοι παίρνουν καλά το πρωινό τους και φεύγει τελευταία φτάνοντας στη δουλειά της ήδη εξουθενωμένη προτού καν την αρχίσει.

Και τι ζητάει σε αντάλλαγμα αυτή η μητέρα, σύζυγος; Μόνο ένα χαμόγελο, μια τρυφερή κουβέντα που συχνά δεν λαμβάνει, γιατί για όλους το φυσικό είναι η γυναίκα να είναι "σούπερμαν".







(Για το άρθρο στα ισπανικά:
http://www.elpais.com/articulo/opinion/Mujer/trabajadora/elpporopi/20070305elpepiopi_8/Tes)


Εικόνα: "Le tre eta della donna": Gustav Klimt


Μαρία.
8.3.2009

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2009

Σε γκρι φόντο.

Τώρα δηλαδή τι τον έπιασε;
Έτσι ξαφνικά.
Φταίει ο καιρός; Το σχέδιο που δεν του βγαίνει; Το τηλέφωνο που δε χτυπά;
Το τραγούδι που του θύμησε κάτι που-μάλλον- ήθελε να ξεχάσει;
Φταίει το γκρι.



Θυμήθηκε τη μικρή σοφίτα που νοίκιαζε στο Παρίσι. Εκεί του άρεσε το γκρι. Άνοιγε το μοναδικό παράθυρο του σπιτιού, το κρύο τον διαπερνούσε. Άναβε ένα τσιγάρο και κοίταζε τις στέγες μέσα από το καπνό. Κάπως θολές. Του άρεσε αυτή η θολούρα. Και η στιγμή του άρεσε. Κι ας ήταν μελαγχολική.


Τώρα δηλαδή τι τον έπιασε;
Ανοίγει το συρτάρι του. Ψάχνει ένα μικρό απομεινάρι της μποέμικης ζωής του: ένα ξεχασμένο πακέτο τσιγάρα. Σειρά έχει το παράθυρο. Το ανοίγει. Κρύο. Ανάβει τη συντροφιά του. Κοιτάει πάλι μέσα από τον καπνό. Πολύ τον ταράζει αυτή η μελαγχολία πάνω στο ξένο αυτό γκρί φόντο.


Δεν ξέρει τι τον έπιασε σήμερα.
Φταίει το γκρι.



Μαρία,
21.02.09

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009

Διάβασμα.-




Βιβλία,σημειώσεις, βιβλία, σημειώσεις, βιβλία, σημειώσεις...
Διάβασμα και πάλι διάβασμα.
Ένας καφές για συντροφιά, που γίνεται δύο (ενίοτε και τρεις...)
Μολύβια, στυλό, μαρκαδοράκια, μπλε, ροζ, κίτρινο φωσφορούχο...
Χρουτς, χρουτς το ξύλινο μολύβι... Λευκές κόλλες γεμίζουν γράμματα. Στην αρχή ίσια και καθαρά, μετά κάπως πιο "μεθυσμένα", παραπατάνε εδώ κι εκεί...
Νυστάζω... Κουράστηκα. Αλλά όχι, δεν το βάζω κάτω!


Άλλη μια γερή γουλιά καφέ. Πάμε πάλι!
Πού βρέθηκαν τόσοι θεωρητικοί της τέχνης; Τι σκεφτόμουν όταν το έπαιρνα επιλεγόμενο;
Ανοίγω το λάπτοπ. Θα τελειώσω την πτυχιακή. Σήμερα θα γράψω τα συμπεράσματα. Και τι θα πει "συγκριτολογική εξέταση των αποτελεσμάτων της έρευνας";;; Ωχ, πάλι θα αυτοσχεδιάσω. Αυτοσχεδιάζω (σχεδόν). Κλιτς κλατς τα πλήκτρα... Πάει κι αυτό. Το ξαναδιαβάζω. Καλό φαίνεται. Θα το στείλω αύριο το πρωί στην καθηγήτρια (ωχ...).


Πάμε πάλι στην τέχνη...ουφ...
Βιβλία, σημειώσεις, βιβλία, σημειώσεις...
Πάλι τέλειωσε ο καφές; Δεν φτιάχνω άλλον, αρκετά για σήμερα. (Τίποτα γλυκό έχουμε; Εκείνα τα μπισκοτάκια κανέλας πού είναι;)



Ο πανικός της εξεταστικής. Της τελευταίας (καλώς εχόντων των πραγμάτων) εξεταστικής. Νιώθω τον κύκλο που κλείνει.
Τον τελευταίο καιρό έχω μπει στον αυτόματο. Μηχανικές κινήσεις, μηχανική ζωή. Δε βγαίνω, δεν χαλαρώνω ούτε λεπτό. Άγχος, αγωνία, υποχρεώσεις. Το τέλος. (Το τέλος;;;)



Πάμε πάλι...
Χρουτς χρουτς το μολυβάκι, κλιτς κλάτς τα πλήκτρα...
Αφαιρούμαι. Ονειρεύομαι μια βόλτα στην Ακρόπολη. Απόγευμα. Χωρίς άγχος. Να ανέβω ψηλά και να κοιτάξω την πόλη από ψηλά. Να αναπνέυσω βαθιά.
Ελεύθερα.
Η σκέψη αυτή αρκεί για να με κάνει να χαμογελάσω.



Πάμε πάλι...
Χρουτς χρουτς το μολυβάκι, κλιτς κλατς τα πλήκτρα...
Βιβλία, σημιώσεις, βιβλία, σημειώσεις.
Διάβασμα και πάλι διάβασμα.




(Αφιερωμένο στη φίλη μου Ν. που περνάμε μαζί αυτή την κουραστική και κάπως μονότονη περίοδο, αλλά δεν παύουμε να ονειρευόμαστε μια ήσυχη απογευματινή βόλτα.)

Μαρία.
18.2.09