Πέμπτη 30 Απριλίου 2015

Η στιγμή της 30ής του μηνός...XVIII








Απρίλης. Πέρασε τόσο γρήγορα που ούτε τον κατάλαβα.

Πολλά ταξίδια, πολλές βαλίτσες. Αεροπλάνα, αυτοκίνητα, τρένα, άλλα αεροπλάνα. Είναι ωραία τα ταξίδια, αλλά είναι ωραίο και να γυρίζεις σπίτι.

Έγραψα πολλά σ΄ αυτά τα ταξίδια και σκέφτηκα άλλα τόσα. Ίσως μια μέρα βρουν το δρόμο τους και βγουν από το συρτάρι.

Τέλος του μήνα και σκέφτομαι την απόφαση των τελευταίων ημερών και πώς πάρθηκε. Έκανα καλά, δεν έκανα, ο χρόνος θα δείξει. Αποφάσισα ν’ αφήσω κι εγώ μια φορά τα πράγματα στην τύχη τους, ν’ ακολουθήσω αυτό που λένε «το ένστικτό μου». Την καρδιά μου.

Δε θέλω να φύγω.   

Αυτό μου ψιθύρισε ο εαυτός μου αυτήν την εβδομάδα. Το είπε σιγανά, τόσο ψιθυριστά, σαν αεράκι. Ίσως φοβήθηκε την αντίδρασή μου.

Δε θέλω να φύγω. Δε θέλω να ξεκινήσω πάλι από το μηδέν, δεν έχω το κουράγιο. Δε θέλω να πάψω να μιλάω ισπανικά,  να πάψω ζω ανάμεσα σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Δε θέλω να μαζέψω τις βαλίτσες μου για μία βόρεια, γκρίζα και παγωμένη χώρα, με μια αλαμπουρνέζικη γλώσσα που δεν ξέρω και ούτε τρελαίνομαι να μάθω. Θέλω να δώσω στη Βαρκελώνη άλλη μία ευκαιρία.

Δε θέλω να φύγω. Είναι περίεργο που το λέω, γιατί από την αρχή του φθινοπώρου προετοίμαζα στο μυαλό μου τη μελλοντική φυγή μου από αυτήν την πόλη που δεν έχει πια τόσες ευκαιρίες να μου δώσει.

Ή μήπως έχει;

Δεν έκανα την αίτηση. Τα χαρτιά έμειναν στο φάκελο με τα «πρόχειρα», για την επόμενη φορά- αν και εφόσον.

Δεν έκανα την αίτηση. Οι αποφάσεις τελικά έχουν μεγάλο βάρος. Πονάς μέχρι να τις πάρεις.

Δεν ξέρω αν έκανα καλά. Το μόνο που ξέρω είναι ότι την επόμενη νύχτα της απόφασης κοιμήθηκα ανάλαφρη, σαν να μου είχε φύγει από πάνω ένα τεράστιο βάρος.

Γιατί για μια φορά κι εγώ πρέπει ν’ ακούσω αυτό το ψιθύρισμα του εαυτού μου!


«-Κι αν χάσουμε;


-Απλά … θα ξαναρχίσουμε από την αρχή. 

Το ζήτημα είναι αν θα κινήσουμε.»  



Μ.
30.04.2015
Βαρκελωνη

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

“Every time we say goodbye, I die a little…”






Πέρασαν οι μέρες, γρήγορα και πάλι, γρήγορα όπως πάντα. Για άλλη μια φορά, στο αεροπλάνο της επιστροφής, σ’ αυτό που με πάει από το ένα σπίτι στο άλλο— χωρίς ποτέ να μου αποκαλύπτει ποιο είναι τελικά πιο «σπίτι» από το άλλο, ίσως γιατί και τα δύο είναι  πια κομμάτια και ζωές που δεν κόβονται, είναι ένα, και γι αυτό δεν μπορούν να συγκριθούν και δεν υπάρχει και λόγος άλλωστε.

Πάνε τώρα έξι χρόνια, επτά αν υπολογίσω και τον χρόνο στο Παρίσι, που πηγαινοέρχομαι πέρα-δώθε, εδώ κι εκεί, τόσες ώρες πτήσεων, τόσα αεροπλάνα, τόσα ταξίδια ανάμεσα στα σύννεφα, αλλά ορκίζομαι πως σε κάθε πτήση που με παίρνει από την Αθήνα, κοιτάζω έξω από το παράθυρο και αναπολώ τις στιγμές που μόλις έζησα εκεί με την ίδια νοσταλγία και συγκίνηση σαν να ήταν η πρώτη φορά. Όσα χρόνια κι αν περάσουν.

“Every time we say goodbye, I die a little…”, λέει το τραγούδι και είναι πραγματικά από τις φορές που ένας μόνο στίχος καταφέρνει να περιγράψει όλα όσα έχει κανείς στο μυαλό του, όσα νιώθει και σκέφτεται. Κάπως έτσι νιώθω κι εγώ κάθε φορά που λέω αντίο στην πόλη μου, κάθε φορά που χαιρετάω τους δικούς μου ανθρώπους και λέμε καλή αντάμωση ξεκινώντας ήδη την αντίστροφη μέτρηση μέχρι την επόμενη φορά που θα βρεθούμε. Και κοίτα τώρα κάτι πράγματα, δεν ξέρω αν το φαντάζομαι ή είναι όντως έτσι, αλλά πάντα την ώρα του αποχαιρετισμού νιώθω τις αγκαλιές τους πιο σφιχτές και τα βλέμματα τους πιο ζεστά.

Η κάθε επιστροφή φέρει μια βαλίτσα γεμάτη από όμορφες αναμνήσεις, αυτές που φτιάχτηκαν για να με κρατάνε το διάστημα μέχρι επόμενη αντάμωση. Είναι εικόνες, λέξεις, απογεύματα, βράδια, ξενύχτια, μουσικές.

“Every time we say goodbye, I die a little…”. Δεν είμαι λυπημένη. Ο ουρανός έξω από το παράθυρο είναι καταγάλανος, τα σύννεφα τόσο ωραία σχηματισμένα, ο ήλιος λάμπει. Δεν μπορεί κανείς να είναι λυπημένος με έναν τέτοιο ουρανό. Ούτε με ένα αεροπλάνο που σε πάει σε ένα σπίτι όπου κάποιος σε περιμένει με ανυπομονησία και αγάπη. Δεν είμαι λυπημένη. Όμως ορκίζομαι ότι δεν ξέρω από πού ξεφύτρωσαν πάλι αυτά τα δάκρυα που με ακολουθούν σε κάθε πτήση επιστροφής.  



Μ.,
07.04.2015
Πτήση Αθήνα-Βαρκελώνη  


Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

Η στιγμή της 30ής του μηνός... XVII.




Η αλλαγή της ώρας. Θερινή ώρα. Η μέρα που αλλάζει η ώρα είναι η πιο αισιόδοξη του χρόνου. 

Η άνοιξη. Η άνοιξη είναι ο τρόπος του Θεού να πει "πάμε άλλη μια φορά".*

Η πόλη. Η αγαπημένη πόλη. Σ' αυτήν που πάντα επιστρέφω και ξαναφεύγω με την ίδια νοσταλγία και συγκίνηση.

Οι άνθρωποι. Οι δικοί μου άνθρωποι. Το ξενύχτι ξημερώνοντας 30ής του μηνός και τα γέλια. Το μεσημέρι με την μαμά και τον μπαμπά στο κέντρο, δίπλα στις ράγες του ηλεκτρικού, κοιτάζοντας την Ακρόπολη. (Αν μου έλεγε κανείς να περιγράψω εικόνες της δικής μου Αθήνας, σίγουρα μία θα ήταν αυτή: Η Ακρόπολη ειδωμένη από την Αδριανού και από κάτω να περνάει ο ηλεκτρικός, μ'αυτόν τον ήχο άλλης εποχής). Το σούρουπο στα μικρά αθηναϊκά ταρατσάκια του κέντρου, κρυμμένα ανάμεσα στα παλαιοπωλεία. Οι κουβέντες με θέα τις στέγες των σπιτιών και την Ακρόπολη. Η βουή της πόλης αλλά και η ησυχία. 

Η μοναχική βόλτα. Η πόλη κι εγώ. Τα σοκάκια της Πλάκας, τα σκαλιά που σε βγάζουν σε παλιά, ξεχασμένα σπίτια, τα μηνύματα στους τοίχους... Η πόλη έχει φωνή. Κι εγώ την ακούω. Μιλάω μαζί της. Της λέω ότι μου λείπει. Ότι αυτή η βόλτα, ο περίπατος στην καρδιά της είναι και περίπατος στην δικιά μου καρδιά. Στις αναμνήσεις, στις μυρωδιές, στις εικόνες. Περίπατος στο τώρα και το άλλοτε. Στο πού ήμουν και πού είμαι. Στο ποια ήμουν και ποια είμαι. 

Η μαγεία. Περπατάω και φτάνω σε μία γκαλερί. Ένας υπέροχος πίνακας με κάνει να σταματήσω. Από μέσα ακούγεται μουσική από πιάνο. Την ξέρω αυτή τη μελωδία. Την ξέρω καλά. Η σονάτα του Σεληνόφωτος. Το πρώτο μέρος. Ανοίγω την πόρτα και μπαίνω δειλά. Μια πιανίστα ντυμένη στα μαύρα χαϊδεύει ένα πιάνο. Εκεί ανάμεσα στους μεγάλους πίνακες και στην μουσική του πιάνου, νιώθω να τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα. Δεν είναι λύπης. Είναι ανείπωτης συγκίνησης γι αυτήν την όμορφη στιγμή, τη σχεδόν μαγική. 

Δεν είχα αμφιβολία ότι αυτή θα ήταν η στιγμή της 30ής αυτού του μηνός: το πιάνο, η άνοιξη, η πόλη, το φως, η αισιοδοξία, η αγάπη, η νοσταλγία, η ανάμνηση, η μαγεία. Ο τρόπος της ζωής να μας πει "πάμε άλλη μια φορά". 
  


*Robert Orben




M.
30.03.2015
Αθήνα

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

Η στιγμή της 30ής του μηνός... XVIII.





Με την καινούργια χρονιά, ξεκίνησα και μία καινούργια συνήθεια: να απαντάω κάθε μέρα στην ερώτηση που μου θέτει ένα μικρό βιβλίο-ημερολόγιο, που ταξίδεψε για μένα από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Κάθε μέρα το ημερολόγιο σου κάνει μία ερώτηση. Κάθε σελίδα-μέρα έχει χώρο για πέντε χρόνια, είναι σαν να λέμε το πενταετές σου ημερολόγιο ή κάτι παρεμφερές τελοσπάντων. Έτσι με κάθε χρόνο που περνάει, μπορείς να βλέπεις τι σκεφτόσουν τέτοια μέρα τις προηγούμενες χρονιές, αν και κατά πόσον έχει αλλάξει η στάση σου σε κάποια πράγματα, και γενικά πώς έχεις εξελιχθεί εσύ ή οι ιδέες σου μέσα στο χρόνο. Το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον, αν και δεν ξέρω αν θα καταφέρω να τηρήσω αυτή τη συνήθεια κατά γράμμα.

Μερικές ερωτήσεις είναι απλές και πιο επιφανειακές, όπως τι έφαγες σήμερα ή ποιο ήταν το τελευταίο εστιατόριο που πήγες, και άλλες είναι λίγο πιο βαθιές και ίσως σε προβληματίσουν όταν πας να τις απαντήσεις. 

Σήμερα η ερώτηση είναι "Τι θέλεις να ξεχάσεις;"

Δεν ξέρω γιατί, αλλά νομίζω ότι η απάντησή μου για φέτος θα είναι μονολεκτική: τίποτα.






Μ.
30.01.2015
Βαρκελώνη


Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Μια όμορφη μέρα...






Σήμερα ήταν μια όμορφη μέρα.

Ξύπνησα το πρωί κι ο μπαμπάς μου έφτιαξε ωραίους "τσιτσιριστούς" λουκουμάδες με μέλι και κανέλα. Και η μαμά δε δούλευε κι έτσι πήραμε πρωινό όλοι μαζί μπροστά στο δέντρο. Και το μεσημέρι φτιάξαμε το χριστουγεννιάτικο φαγητό που φτιάχνουμε κάθε χρόνο τέτοιες μέρες και καθίσαμε όλοι μαζί στο γιορτινό τραπέζι. Ήπιαμε ένα ωραίο κόκκινο κρασί, ακούσαμε τον Φρανκ Σινάτρα να μας τραγουδάει "I 'll be home for Christmas...", και γελάσαμε πολύ. 

Το απόγευμα περπάτησα στην πόλη. Είχα πολύ καιρό να περπατήσω στην χριστουγεννιάτικη Αθήνα. Είχα πολύ καιρό να περπατήσω στην Αθήνα γενικά. Ο δρόμος μ' έβγαλε σ' ένα παλιό, αλλά γνώριμο μέρος, που μου θύμισε στιγμές από τα φοιτητικά μου χρόνια, τότε που η ζωή σ' αυτήν την πόλη ήταν καθημερινότητα και όχι διακοπές. 

Απρόοπτες συναντήσεις με έκαναν να σκεφτώ ότι εκεί έξω υπάρχουν άνθρωποι ενδιαφέροντες, ξεχωριστοί, άνθρωποι με δικές τους ιστορίες. Και πόσο ωραίο είναι να συναντιέσαι με τέτοιους ανθρώπους από το πουθενά. Πήρα τηλέφωνο τη Λ. για να μοιραστώ μαζί της αυτή μου τη σκέψη. Και χάρηκα γιατί ήταν εκεί και με κατάλαβε, κατάλαβε αυτά που της είπα αλλά και όσα δεν είπα, με τον τρόπο που μόνο οι καλοί φίλοι ξέρουν να καταλαβαίνουν. 

Κι ύστερα συνέχισα να περπατάω και άρχισε να ψιλοβρέχει ακριβώς τη στιγμή που βρισκόμουν μπροστά στη φωτεινή επιγραφή "ΑΘΗΝΑ" με τα μπλε "λαμπυριστά" γράμματα. Και τότε σκέφτηκα πώς γίνεται πέντε μόνο γράμματα να σημαίνουν τόσα πολλά, να κλείνουν μέσα τους τόσους ήχους, εικόνες, μυρωδιές, στιγμές. Μετά η βροχή δυνάμωσε και κατέβηκα στο μετρό για να μη βρέχομαι. Δεν είχα σκοπό, το ραντεβού μου ήταν γι άλλο σημείο. Και τότε έγινε ένα ευχάριστο αναπάντεχο και βρέθηκα να βγαίνω μετά από λίγο από την άλλη μεριά του δρόμου αγκαζέ με την Ό. και την Κ. με κατεύθυνση ένα ζεστό μέρος με λαμπιόνια και κρασί.

Όταν δε ζεις κάθε μέρα τους φίλους σου -τους φίλους ζωής, μαθαίνεις να απολαμβάνεις κάθε στιγμή μαζί τους. Να τη ρουφάς όσο μπορείς για να χορτάσεις, γιατί αυτές οι στιγμές είναι που θα σε κρατήσουν όταν θα είσαι μίλια μακριά και θα σου λείπουν. Κι αν κάτι μου λείπει από το να ζω μακριά από τους φίλους μου δεν είναι τόσο οι προσχεδιασμένες συναντήσεις, όσο τα αυθόρμητα, απροσχεδίαστα "πάμε για ένα ποτό σε μία ώρα" να πούμε τα νέα της μέρας. Ακούω τα νέα από τη δουλειά τους, τα καθημερινά, αυτά που χάνω τόσον καιρό μακριά τους, και προσπαθώ να καλύψω το κενό του διαστήματος που χάνουμε μακριά. Αυτό για το οποίο είμαι πλέον σίγουρη μετά από τόσα χρόνια μοιρασμένη ανάμεσα στο "εδώ" και το "εκεί" είναι ότι με κάποιους ανθρώπους, όσος καιρός και να περάσει μακριά ο ένας από τον άλλο, τη στιγμή που θα ξαναειδωθούμε θα είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα.   

Αφήνω τα κορίτσια στο μετρό και περπατάω προς το σπίτι. Λίγη ακόμα ώρα στη νυχτερινή Αθήνα. Τους λέω "σήμερα ήταν μια όμορφή μέρα". Μία γεμάτη μέρα. Και αύριο έχουμε ένα τόσο ωραίο σχέδιο να αναμένουμε. Θα πάμε στο θέατρο! Θα δούμε ένα έργο που χρόνια τώρα θέλω να το δω στο θέατρο και δεν τα έχω καταφέρει, το "Λεωφορείον ο Πόθος" του Τένεσι Ουίλιαμς. Θέλω να ακούσω τη  Blanche DuΒois να λέει "Δε θέλω ρεαλισμό, μαγεία θέλω". Μ' αρέσει τόσο πολύ αυτή η φράση, τόσες φορές την έχω πει στον εαυτό μου. 'Άλλοτε σιγανά και ψιθυριστά, και άλλοτε φωναχτά, σαν κραυγή (αν και αμφιβάλλω ότι κάποιος την άκουσε). 

Μέσα σ' αυτή τη νύχτα και τους ήχους της πόλης, νιώθω ότι αυτή η φράση ταιριάζει απόψε. Γατί είναι κάτι νύχτες σαν κι αυτήν -χριστουγεννιάτικες ή μη, που είναι όντως έτσι: δεν θέλουν ρεαλισμό, μαγεία θέλουν.




Μ.
26.12.2014
Αθήνα